ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυτό είναι το πολυνομοσχέδιο - μαμούθ με τα προαπαιτούμενα (Pdf)

Στα επτά αντί για τρία έτη το δικαίωμα ιθαγένειας για τους πρόσφυγες - Κεντρική Εικόνα

Κατατέθηκε στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο - μαμούθ 1.500 σελίδων με τα 50 προαπαιτούμενα για την τρίτη αξιολόγηση. Με την διαδικασία του επείγοντος το πολυνομοσχέδιο «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και άλλες διατάξεις», το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις για τους πλειστηριασμούς, τις απεργίες, το επίδομα τέκνων, το κτηματολόγιο, πρόσθετες ρυθμίσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, νέα υπηρεσία για την καταπολέμηση του μεγάλου οικονομικού εγκλήματος με 135 ελεγκτές, αυστηρές διατάξεις που θα οδηγούν σε απενεργοποίηση ΑΦΜ για όσους φοροδιαφεύγουν.

Η επεξεργασία του στις Επιτροπές, θα ολοκληρωθεί μετά από τρεις συνεδριάσεις την Τετάρτη και Πέμπτη, στις οποίες θα κληθούν και εξωκοινοβουλευτικοί φορείς να τοποθετηθούν. Το πολυ νομοσχέδιο θα εισαχθεί στην ολομέλεια την Παρασκευή και αναμένεται να ψηφιστεί την ερχόμενη Δευτέρα 15 Ιανανουαρίου.

Aιτιολογική έκθεση

Ειδική έκθεση

Έκθεση συνεπειών ρύθμισης

Τροποποιούμενες - καταργούμενες διατάξεις

Διατάξεις σχεδίου νόμου

Έκθεση ΓΛΚ

Η διάταξη για τις απεργίες (άρθρο 211, Ποσοστό απαρτίας για συζήτηση και λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας) προβλέπει ότι: Μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1264/1982 (Α΄ 79) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικά για τη συζήτηση και τη λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός δευτέρου (1/2) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών».

Όπως σημειώνεται, ουδεμία αλλαγή επέρχεται στα πρωτοβάθμια σωματεία ευρύτερης περιφέρειας (π.χ. Αττικής) ή πανελλαδικής εμβέλειας, καθώς και στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλωστε, η απόφαση για απεργία λαμβάνεται από το διοικητικό συμβούλιο, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω κανόνες απαρτίας.

Σε ό,τι αφορά τους πλειστηριασμούς οι ρυθμίσεις προβλέπουν μεταξύ άλλων (άρθρο 208) ότι από τις 21.2.2018 οι πλειστηριασμοί διεξάγονται αποκλειστικά και μόνο με ηλεκτρονικά μέσα, ανεξάρτητα από τον χρόνο επίδοσης της επιταγής και επιβολής της κατάσχεσης. Επίσης, για τους πλειστηριασμούς που έχει ήδη οριστεί να πραγματοποιηθούν με φυσικό τρόπο οποτεδήποτε μετά τις 21.2.2018 και έχει ήδη συντελεστεί η σχετική προδικασία του πλειστηριασμού, ο επισπεύδων είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει τη μεταβολή του τρόπου και του χρόνου διενέργειας τους με σχετική εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή για την έκδοση νέου αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, το ν/σ προβλέπει ότι: Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί διενεργούνται μόνο εργάσιμη ημέρα Τετάρτη ή Πέμπτη ή Παρασκευή, από τις 10:00 π.μ. έως τις 14:00 ή από τις 14:00 έως τις 18:00. Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ήτοι από ώρα 13:59:00 έως 13:59:59 ή από ώρα 17:59:00 έως 17:59:59 δίδεται αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών. Για κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης, δίδεται νέα αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών, εφόσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ωρών από την ορισθείσα ώρα λήξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών. Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από 1η Αυγούστου έως 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Εξάλλου με το άρθρο 176 προβλέπεται ότι: Απαιτήσεις οι οποίες προέκυψαν πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού και αφορούν μη καταβληθέντες μισθούς έως (6) μηνών από παροχή εξαρτημένης εργασίας και έως του ποσού το οποίο ισούται ανά μήνα οφειλόμενου μισθού και ανά εργαζόμενο με το νόμιμο κατώτατο μισθό υπαλλήλου άνω των είκοσι πέντε (25) ετών επί 275% ικανοποιούνται προνομιακά πριν από κάθε άλλη απαίτηση (υπερ-προνόμιο) και μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης.

Για τους συμβολαιογράφους προβλέπεται ότι: «Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος του τόπου εκτέλεσης, αρμόδιος για τη διανομή μπορεί να οριστεί και συμβολαιογράφος διορισμένος στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή, αν και αυτό δεν είναι δυνατό, του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους». Επίσης: «Ο συμβολαιογράφος ασκεί τα καθήκοντά του σε όλη την περιφέρεια του ειρηνοδικείου στην οποία είναι διορισμένος, όπως κάθε φορά η περιφέρεια του ειρηνοδικείου ορίζεται, με την επιφύλαξη τυχόν ειδικότερων διατάξεων που διέπουν τη διενέργεια αναγκαστικού ή εκούσιου πλειστηριασμού, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας».

Παράλληλα, διάταξη περιλαμβάνει τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την κατάταξη των πιστωτών.

Όπως αναφέρεται στο πολυνομοσχέδιο, μετά το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, προστίθεται νέο άρθρο 977A, με τίτλο «Σειρά κατάταξης υπερπονομιούχων, προνομιούχων και μη».

Οι προτεινόμενες ρυθμίσες αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ικανοποιούνται οι δανειστές σε περίπτωση επίσπευσης πλειστηριασμού σε βάρος του οφειλέτη. Ειδικότερα, προτείνεται ένας νέος τρόπος κατάταξης των απαιτήσεων, ο οποίος τίθεται σε παράλληλη ισχύ με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Ο νέος αυτός τρόπος έχει αυστηρά οριοθετημένο και σαφέστατα διακριτό πεδίο εφαρμογής από αυτό του άρθρου 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Συγκεκριμένα, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν αποκλειστικώς, όσες απαιτήσεις γεννηθούν εξ ολοκλήρου μετά την έναρξη ισχύος του οικείου άρθρου και, για την εξασφάλιση των οποίων έχει συσταθεί ενέχυρο ή υποθήκη επί μη βεβαρημένου κατά την ανωτέρω ημερομηνία πράγματος.

Οι δύο αυτές προϋποθέσεις θα πρέπει συντρέχουν σωρευτικώς.

Σύμφωνα με τις προτεινόμενες διατάξεις, όσες από τις ρυθμιζόμενες απαιτήσεις προκύψουν πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, και εφόσον αφορούν μη καταβληθέντες μισθούς έως έξι μηνών από παροχή εξαρτημένης εργασίας και έως του ποσού που ισούται ανά μήνα οφειλόμενου μισθού και ανά εργαζόμενο με το νόμιμο κατώτατο μισθό υπαλλήλου άνω των 25 ετών επί 275%, ικανοποιούνται προνομιακά πριν από κάθε άλλη απαίτηση (υπερ-προνόμιο) και μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης.

Όπως επισημαίνεται, «η ανάγκη η οποία δικαιολογεί τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, είναι η εξής: Το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο απολήγει σε διαφορετικό τρόπο διανομής του προϊόντος του πλειστηριασμού με κριτήριο το αν και ποιες απαιτήσεις συρρέουν κάθε φορά, ενώ το τελικό ποσό το οποίο πρόκειται να διανεμηθεί, υπολογίζεται σε ποσοστά επί του προϊόντος αυτού. Με βάση το συγκεκριμένο μοντέλο διανομής, οι δανειστές δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν με ασφάλεια εκ των προτέρων το μερίδιο το οποίο τους αναλογεί σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Το γεγονός αυτό, πέραν της ανασφάλειας δικαίου που προκαλεί, επηρεάζει την προστατευτική των απαιτήσεων λειτουργία που υπηρετούν οι εμπράγματες ασφάλειες, καθώς και την απόφαση των δανειστών ως προς το ύψος της πίστωσης το οποίο θα χορηγήσουν. Το ύψος της πίστωσης, λόγω της ανασφάλειας, υπολείπεται λογικώς της αξίας του πράγματος επί του οποίου συστήνεται η εμπράγματη ασφάλεια.

Με δεδομένη την ανάγκη ενίσχυσης της ως άνω λειτουργίας, αλλά και αποτελεσματικής και ασφαλούς ενεργοποίησης των μηχανισμών πίστωσης, δείχνει επιβεβλημένη η μεταρρύθμιση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προς την κατεύθυνση ενίσχυσης, τόσο της προστασίας των ειδικών προνομίων, όσο και της δυνατότητας ασφαλούς πρόβλεψης εκ μέρους των δανειστών που εξοπλίζουν τις απαιτήσεις τους με εμπράγματες ασφάλειες.

Όσο πιο ενισχυμένη είναι η προστασία και ασφαλής η πρόβλεψη αναφορικά με το ύψος του μεριδίου από τυχόν πλειστηρίασμα, τόσο μεγαλύτερο προσδοκάται ότι θα είναι το ύψος της πίστωσης το οποίο θα χορηγηθεί με βάση την εμπράγματη ασφάλεια και, γενικότερα, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η πίστη των συναλλαγών.

Επίσης, όσο πιο αποτελεσματική είναι η λειτουργία των εμπραγμάτων ασφαλειών, τόσο μεγαλύτερη είναι η προστασία των απαιτήσεων που ο νομοθέτης έχει αξιολογήσει ως ιδιαιτέρως σημαντικές, από κοινωνική και οικονομική άποψη.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, σκοπείται η ενίσχυση της πιστοληπτικής δυνατότητας, ιδίως των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες αποκτούν πρόσβαση στην πίστωση, παρέχοντας εμπράγματες εγγυήσεις και, γενικότερα, η διευκόλυνση των συναλλαγών. Επίσης, με τον προτεινόμενο τρόπο κατάταξης, διασώζεται τελικώς η πραγματική και αληθής αξία των περιουσιακών στοιχείων, επί των οποίων συστήνονται τα συγκεκριμένα βάρη.

Διευκρινίζεται ότι η νέα κατάταξη αφορά όλες τις νέες απαιτήσεις που αποκτούν νέα ασφάλεια, ανεξαρτήτως γενεσιουργού αιτίας. Με την ενίσχυση της προστασίας τους, ενισχύεται η πίστη στην εμπράγματη ασφάλεια. Ενισχύεται η ασφάλεια των συναλλαγών.

Πέραν του επισπεύδοντος, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αφορά και όλους τους υπόλοιπους δανειστές. Εμπεριέχει δηλαδή και μία συλλογική διάσταση, η οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Ενώπιον του γεγονότος αυτού, η έννομη τάξη προβαίνει σε αξιακές επιλογές, διασφαλίζοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την ικανοποίηση και των υπόλοιπων δανειστών.

Στο πλαίσιο αυτό, με γνώμονα η προσδοκόμενη οικονομική ανάπτυξη να μην είναι μόνο οικονομικά αποτελεσματική, αλλά να είναι και κοινωνικά δίκαιη και ισορροπημένη, προβλέπονται σαφή αντίβαρα κοινωνικής πολιτικής, που λαμβάνουν τη μορφή απόλυτης προστασίας αυστηρά συγκεκριμένων απαιτήσεων από εξαρτημένη εργασία σε περίπτωση πλειστηριασμού της περιουσίας του εργοδότη».

Με τον προτεινόμενο τρόπο, σημειώνεται ότι εισάγεται υπερ-προνόμιο προς όφελος των εργαζομένων, «οι απαιτήσεις των οποίων, όπως ρητώς προσδιορίζονται, ικανοποιούνται, πριν από κάθε άλλη απαίτηση. Τέλος, για λόγους ακριβοδικίας, προτείνεται συγκεκριμένος μηχανισμός επιμερισμού του βάρους που προκαλείται από την υπερ-προνομιακή ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεων. Ο λόγος είναι ο εξής: Όλοι οι δανειστές θα πρέπει ισομερώς να επωμίζονται το βάρος αυτό και όχι μόνο ένας, όπως θα συνέβαινε διαφορετικά.

Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις εισάγουν στην ελληνική έννομη τάξη συγκεκριμένες βέλτιστες διεθνείς τάσεις όσον αφορά την ενίσχυση της συναλλακτικής πίστης, την πρόβλεψη κινήτρων για παροχή πιστώσεων, την ασφάλεια των συναλλαγών, αλλά και τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής σε περίπτωση ατυχούς έκβασης ενός επιχειρηματικού οικονομικού εγχειρήματος».

Επιδόματα

Παράλληλα, θεσμοθετείται ο επανασχεδιασμός από ειδικό συλλογικό όργανο και από μηδενική βάση των κριτηρίων χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, των κατηγοριών των επιμέρους δικαιούχων, καθώς και του τρόπου υπολογισμού του, αλλά και του ύψους του στη βάση διαβάθμισης της έκτασης και της συχνότητας έκθεσης των εκάστοτε δικαιούχων στους παράγοντες κινδύνου που επικρατούν στους οικείους χώρους εργασίας.

Επίσης, προωθείται τόσο ο βραχυπρόθεσμος όσο και ο μεσο- μακροπρόθεσμος σχεδιασμός με την εκπόνηση και εφαρμογή σχετικού σχεδίου δράσης για την ενίσχυση των μέτρων ασφάλειας και υγιεινής στην εργασία.

Όπως αναφέρεται, «η προτεινόμενη διάταξη στοχεύει, για πρώτη φορά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στην ολιστική προσέγγιση του καθεστώτος χορήγησης επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας στο δημόσιο τομέα. Πρόκειται για μεταρρύθμιση η οποία αποσκοπεί στο συγκερασμό της πολιτικής αποζημίωσης των απασχολούμενων σε ειδικότητες, κλάδους και χώρους εργασίας που δικαιολογούν την καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας με την ανάγκη για σχεδιασμό βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων, καθώς και μακροπρόθεσμων δράσεων για την κατά το δυνατό άμβλυνση των παραγόντων κινδύνου και την εγκαθίδρυση και εμπέδωση των αναγκαίων συνθηκών πρόληψης και προστασίας των εργαζομένων».

Ακόμη, αναμορφώνεται το καθεστώς που διέπει τα υφιστάµενα οικογενειακά επιδόµατα, µε σκοπό τον εξορθολογισµό τους και την αντικατάστασή τους από ένα ενιαίο επίδομα παιδιού, το οποίο χορηγείται, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων, το ισοδύναμο οικογενειακό εισόδημα και την εισοδηματική κατηγορία κάθε οικογένειας.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, αυτή η αναμόρφωση απαιτεί την ενίσχυση του συστήματος με επιπλέον 260 εκατομμύρια ευρώ, ώστε να καλυφθούν κενά των προηγούμενων ρυθμίσεων και η ανισότιμη μεταχείριση των οικογενειών με διαφορετικό αριθμό εξαρτώμενων τέκνων.

Για το επίδομα παιδιού προβλέπεται ότι θα καταβάλλεται λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων, το ισοδύναμο οικογενειακό εισόδημα και την κατηγορία ισοδύναμου οικογενειακού εισοδήματος.

Με τις προτεινόµενες διατάξεις, επιτυγχάνεται «ο εξορθολογισµός της πολιτικής που αφορά στην παροχή επιδοµάτων για την κάλυψη των αναγκών των παιδιών, καθώς εφαρμόζονται αφενός μεν ίδια αντικειμενικά κριτήρια για όλα τα παιδιά, βάσει οικογενειακού εισοδήματος αφετέρου δε, με τη λελογισμένη κλιμάκωση του ποσού του επιδόματος, ανάλογα με αριθμό των εξαρτώμενων παιδιών, διασφαλίζεται μία σαφώς πιο στοχευµένη πολιτική, η οποία λαμβάνει υπόψη της και την πραγµατική οικονομική αδυναµία και τις πραγματικές ανάγκες κάθε οικογένειας».

Για τον καθορισμό των δικαιούχων οικογενειών προσδιορίζονται τρεις κατηγορίες ισοδύναμου οικογενειακού εισοδήματος, ως εξής: έως έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ, από έξι χιλιάδες και ένα (6.001) ευρώ έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, και από δέκα χιλιάδες και ένα (10.001) ευρώ έως δεκαπέντε χιλιάδες 15.000) ευρώ.

Το ποσό του επιδόματος, ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων και την κατηγορία ισοδύναμου οικογενειακού εισοδήματος, προσδιορίζεται ως εξής:

Για την πρώτη κατηγορία:

α) εβδομήντα (70) ευρώ ανά μήνα για το πρώτο εξαρτώμενο τέκνο,

β) επιπλέον εβδομήντα (70) ευρώ ανά μήνα για το δεύτερο εξαρτώμενο τέκνο,

γ) επιπλέον εκατόν σαράντα (140) ευρώ ανά μήνα για το τρίτο και κάθε εξαρτώμενο τέκνο πέραν του τρίτου.

Για τη δεύτερη κατηγορία:

α) σαράντα δύο (42) ευρώ ανά μήνα για το πρώτο εξαρτώμενο τέκνο,

β) επιπλέον σαράντα δύο (42) ευρώ ανά μήνα για το δεύτερο εξαρτώμενο τέκνο,

γ) επιπλέον ογδόντα τέσσερα (84) ευρώ ανά μήνα για το τρίτο και κάθε εξαρτώμενο τέκνο πέραν του τρίτου.

Για την τρίτη κατηγορία:

α) είκοσι οκτώ (28) ευρώ ανά μήνα για το πρώτο εξαρτώμενο τέκνο,

β) επιπλέον είκοσι οκτώ (28) ευρώ ανά μήνα για το δεύτερο εξαρτώμενο τέκνο,

γ) επιπλέον πενήντα έξι (56) ευρώ ανά μήνα για το τρίτο και κάθε εξαρτώμενο τέκνο πέραν του τρίτου.

Ορίζεται ακόμη ότι το επίδομα παιδιού απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.

Σε ό,τι αφορά τη χορήγηση νέων προνοιακών επιδομάτων σε άτομα με αναπηρία, καθορίζονται οι βασικοί όροι του πιλοτικού προγράμματος. Συγκεκριμένα, ο φορέας χορήγησής τους, οι φορείς που εμπλέκονται στη διαδικασία υποβολής και κρίσης των αιτήσεων και απόδοσης των επιδομάτων, οι δομές ενημέρωσης και υποδοχής των αιτήσεων και η σύσταση πληροφοριακού συστήματος, μέσω του οποίου διεκπεραιώνεται η όλη διαδικασία με απόλυτα ηλεκτρονικό, επομένως, διαφανή και αδιάβλητο τρόπο.

Δίνονται, επίσης, οι εξουσιοδοτήσεις, ώστε, με υπουργικές αποφάσεις, να ορισθούν, στη συνέχεια, όλες οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων και την πορεία τους μέσα στο ηλεκτρονικό σύστημα, καθώς και για τη σύσταση και τη διασφάλιση της λειτουργίας του ίδιου του πληροφοριακού συστήματος.

Το πιλοτικό πρόγραμμα έχει ως στόχο να προετοιμάσει τη μετάβαση από την τρέχουσα ιατροκεντρική προσέγγιση της εκτίμησης της αναπηρίας σε έναν τρόπο εκτίμησης που θα περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργικότητα του ατόμου με αναπηρία. Η αξιολόγηση του πιλοτικού προγράμματος, όταν ολοκληρωθεί, θα παράσχει την τεκμηριωμένη βάση επί της οποίας θα στηριχθούν τα επόμενα βήματα στη μεταρρύθμιση της διαδικασίας εκτίμησης της αναπηρίας.

Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση, «η διαδικασία υποβολής αιτήσεων για τη χορήγηση προνοιακών επιδομάτων σε άτομα με αναπηρία σήμερα χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση των φορέων χορήγησης και παροχής πληροφοριών, ανομοιογένεια, ανισότητες, γραφειοκρατία, πληθώρα εγγράφων, δικαιολογητικών και ανάγκη πολλαπλών μετακινήσεων του ατόμου με αναπηρία, οι οποίες έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις ανάγκες και την ιδιαίτερη ευαλωτότητά του.

Απαιτείται, επομένως, μία ριζική αλλαγή, που να εξασφαλίζει τη χορήγηση των προνοιακών επιδομάτων με τρόπο σύγχρονο, ενιαίο, δίκαιο, διαφανή, φιλικό και με σεβασμό προς το άτομο με αναπηρία, που να τηρεί στο ακέραιο τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, την οποία η χώρα μας έχει ενσωματώσει με το ν. 4488/2017 και έχει υιοθετήσει τις κατευθύνσεις για την υλοποίησή της.

Η αλλαγή αυτή θα πρέπει να αφορά τόσο στη διαδικασία εξασφάλισης πρόσβασης στην πληροφόρηση, στην υποβολή της αίτησης, στη διαδικασία κρίσης της και απονομής και καταβολής των επιδομάτων, όσο και στη διασφάλιση της καλύτερης γνώσης της γενικότερης κατάστασης του ατόμου με αναπηρία, του περιβάλλοντος εντός του οποίου ζει και δραστηριοποιείται, των εμποδίων και των δυνατοτήτων για πλήρη ένταξη ή επανένταξη στην κοινωνία. Δεδομένου, όμως ότι οι τροποποιήσεις που απαιτούνται, είναι δραστικές και πολλαπλές, απαιτείται οπωσδήποτε η εφαρμογή πιλοτικού προγράμματος που θα αφορά ένα δείγμα μόνον του συνολικού πληθυσμού των δυνητικών δικαιούχων, προκειμένου να διαπιστωθεί η καλή εφαρμογή των προτεινόμενων αλλαγών, τα οφέλη τους και τα πιθανά προβλήματα που χρήζουν διορθωτικών παρεμβάσεων, ενόψει της γενικότερης εφαρμογής».

Στο πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνονται ακόμη διατάξεις για το Κτηματολόγιο, το Χρηματιστήριο Ενέργειας, την ενίσχυση της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης, για τον ΕΦΚΑ (απαγόρευση χορήγησης δανείων σε φορείς ιδιωτικού δικαίου), για τα τουριστικά λεωφορεία, την αδειοδότηση ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης κ.α.

Σε ό,τι αφορά τη χορήγηση αδειών καζίνο, στο πολυνομοσχέδιο υπογραμμίζεται μεταξύ άλλων ότι η «Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων» (ΕΕΕΠ) χορηγεί άδεια λειτουργίας επιχείρησης καζίνο σε υπό ίδρυση ή υφιστάμενη ανώνυμη εταιρία καζίνο («ΕΚΑΖ»), κατόπιν αιτήσεως που υποβάλλεται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Για τη χορήγηση από την ΕΕΕΠ άδειας λειτουργίας νέας επιχείρησης καζίνο, απαιτείται η προηγούμενη προκήρυξη της παραχώρησης νέας άδειας λειτουργίας καζίνο από την ΕΕΕΠ, αφού εκδοθεί κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Τουρισμού, με την οποία καθορίζεται η προσδιοριζόμενη βάσει διοικητικών, πολεοδομικών και λοιπών παραμέτρων, θέση ίδρυσης και λειτουργίας της επιχείρησης καζίνο, εφόσον έχει γίνει σχετική χωροθέτηση με νόμο ή προεδρικό διάταγμα. Η έγκριση της χρήσης για το ακίνητο που θα δεχτεί την επένδυση κατά τα λοιπά, υλοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 «Ειδικά Χωρικά Σχέδια» του ν. 4447/2016 (Α'241), στην περίπτωση που αυτή δεν περιλαμβάνεται στις ισχύουσες χρήσεις γης. Η ΕΕΕΠ προκηρύσσει διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό για την παραχώρηση της άδειας εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της εν λόγω κοινής υπουργικής απόφασης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 363 και 364.

Οι επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια καζίνο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2206/1994 και του ν. 3139/2003, εξακολουθούν να λειτουργούν υπό το υφιστάμενο κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καθεστώς και κατά τις υφιστάμενες κατά τον ίδιο χρόνο διατάξεις, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν ως προς αυτές τις επιχειρήσεις. Οι εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς του παρόντος νόμου, εφόσον τους χορηγηθεί άδεια λειτουργίας καζίνο από την ΕΕΕΠ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 371, οπότε εφαρμόζονται και σ' αυτές οι διατάξεις του παρόντος νόμου.

Με εξαίρεση τις επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια λειτουργίας καζίνο βάσει των διατάξεων του ν. 2206/1994 και του ν. 3139/2003, η λειτουργία καζίνο προϋποθέτει τη σύναψη σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, και του παραχωρησιούχου. Για επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια λειτουργίας καζίνο βάσει των διατάξεων του ν. 2206/1994 και του ν. 3139/2003 και υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4, τροποποιούνται η σχετική σύμβαση παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της επιχείρησης και, με απόφαση της ΕΕΕΠ, η υφιστάμενη άδειά τους, εκδιδομένης νέας αδείας λειτουργίας κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Οι άδειες είναι προσωποπαγείς και δεν επιτρέπεται να μεταβιβαστούν ολικώς ή μερικώς σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κάθε άδεια έχει ενιαίο και αδιαίρετο χαρακτήρα και δεν επιτρέπεται η κατάτμησή της σε επιμέρους δικαιώματα άσκησης μίας ή περισσότερων μεμονωμένων δραστηριοτήτων. Απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο εκμίσθωση ή συνεκμετάλλευση της άδειας με τρίτους.

Οι άδειες λειτουργίας καζίνο διακρίνονται σε: α) άδεια λειτουργίας καζίνο απλού τύπου και β) άδεια λειτουργίας καζίνο ευρέος φάσματος δραστηριοτήτων.

Με απόφαση της ΕΕΕΠ καθορίζονται κριτήρια για την υπαγωγή των ΕΚΑΖ στις ανωτέρω κατηγορίες, όπως το ύψος της επένδυσης, το είδος των εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων, ο αριθμός των τεχνικών μέσων και υλικών που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή των παιγνίων, το μέγεθος και η έκταση των κύριων και επικουρικών χώρων και εγκαταστάσεων, ο αριθμός και ο τύπος των θέσεων εργασίας και άλλα πρόσφορα κριτήρια. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζεται και κάθε άλλο ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ανωτέρω. Για υφιστάμενες επιχειρήσεις, που λαμβάνουν άδεια ΕΚΑΖ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, λαμβάνονται υπόψη το ύψος της υφιστάμενης επένδυσης και, εν γένει, της αξίας της επιχείρησης, όπως αυτή αποτιμάται κατά το χρόνο χορήγησης άδειας λειτουργίας ΕΚΑΖ. Η μέθοδος και οι κανόνες της αποτίμησης, καθώς και η διαδικασία διενέργειάς της καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών, και Τουρισμού, ύστερα από γνώμη της ΕΕΕΠ.

Το πολυνομοσχέδιο προβλέπει νέα υπηρεσία για την καταπολέμηση του μεγάλου οικονομικού εγκλήματος με 135 ελεγκτές, η οποία θα υπάγεται κατευθείαν στον υπουργό Οικονομικών και θα καθοδηγείται και θα συντονίζεται από τον εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος. Η υπηρεσία θα έχει έδρα στο υπουργείο Οικονομικών και θα φέρει τον τίτλο «Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος».

Αναλυτικά το πολυνομοσχέδιο προβλέπει τα ακόλουθα για τη «Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος»:

- Αποστολή της υπηρεσίας είναι αποκλειστικά η διενέργεια ερευνών προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, για την εξακρίβωση τέλεσης μείζονος ποινικής απαξίας φορολογικών εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρ. 66 επ. του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ) και οποιωνδήποτε άλλων απολύτως συναφών οικονομικών εγκλημάτων που βλάπτουν σοβαρά τα συμφέροντα του ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν παραγγελίας του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του αναπληρωτή του ή των εισαγγελικών λειτουργών που τον επικουρούν, υπό την εποπτεία του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.

Η υπηρεσία είναι αρμόδια για:

α) τη διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τέλεσης φορολογικών εγκλημάτων και οποιωνδήποτε άλλων συναφών οικονομικών εγκλημάτων,, αποκλειστικά κατόπιν παραγγελίας του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του αναπληρωτή του ή των εισαγγελικών λειτουργών που τον επικουρούν,

β) τη σύνταξη πορισματικών εκθέσεων σε εκτέλεση των εισαγγελικών παραγγελιών που της ανατίθενται,

γ) τη διοικητική υποστήριξη και μέριμνα και την εξασφάλιση των υλικών και μέσων, που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, και

δ) τη συλλογή, τήρηση και διαρκή ενημέρωση του αρχείου της υπηρεσίας σχετικά με την εθνική, ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία που αφορά στην αποκάλυψη και δίωξη φορολογικών και οποιωνδήποτε άλλων συναφών οικονομικών εγκλημάτων καθώς και τήρηση αρχείου διοικητικής και ποινικής νομολογίας για τα θέματα αυτά.

3. Το προσωπικό της υπηρεσίας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, έχει την ιδιότητα των ειδικών ανακριτικών υπαλλήλων και κατόπιν παραγγελίας του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του αναπληρωτή του, ή των εισαγγελικών λειτουργών που τον επικουρούν:

α) προβαίνει στη διενέργεια ανακριτικών πράξεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ισχύουσες κάθε φορά ειδικές διατάξεις και τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για τα αδικήματα που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία και ανάγονται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος

β) λαμβάνει γνώση και διενεργεί έρευνες επί φορολογικών δεδομένων, ήτοι φορολογικών δηλώσεων, φορολογικών στοιχείων και κάθε άλλου υποχρεωτικού και προαιρετικού βιβλίου και στοιχείου που ορίζεται από τη φορολογική νομοθεσία. Η πρόσβαση στα συγκεκριμένα δεδομένα περιορίζεται σε αυτά που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των εισαγγελικών παραγγελιών. Ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων γίνεται στα γραφεία της υπηρεσίας, ή στην επαγγελματική εγκατάσταση του ελεγχόμενου

γ) καλεί εγγράφως τον ελεγχόμενο ή άλλο πρόσωπο να δώσει πληροφορίες για τη διευκόλυνση της έρευνας, καθώς και να παρέχει αντίγραφα μέρους των βιβλίων και στοιχείων ή οποιουδήποτε συναφούς εγγράφου, συμπεριλαμβανομένων πελατολογίων και καταλόγων προμηθευτών και αντίγραφα των ηλεκτρονικών αρχείων, εφόσον αυτά εκδίδονται μηχανογραφικά

δ) ενεργεί κάθε αναγκαία εξέταση ή έρευνα στην επαγγελματική εγκατάσταση του ελεγχόμενου, στον τόπο παροχής των υπηρεσιών, καθώς και στα μεταφορικά μέσα

ε) ενεργεί έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων που δεν ευρίσκονται στο χώρο της επαγγελματικής απασχόλησης του ελεγχόμενου τηρώντας τα οριζόμενα στις διατάξεις του ΚΠΔ.

στ) λαμβάνει αντίγραφα των βιβλίων και στοιχείων, καθώς και λοιπών εγγράφων, για τα οποία ο ελεγχόμενος δηλώνει ότι αντιπροσωπεύουν ακριβή αντίγραφα. Οι διενεργούντες την έρευνα δύνανται να απαιτούν από τον ελεγχόμενο ή τον εκπρόσωπο του να παρίσταται στον τόπο, όπου διενεργείται ο έλεγχος και να απαντά σε ερωτήματα που του τίθενται, ώστε να διευκολύνεται η διενέργεια της έρευνας. Σε περίπτωση κατά την οποία τα βιβλία και στοιχεία τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή, η υπηρεσία έχει δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε φυλασσόμενα αρχεία, καθώς και στα λογιστικά προγράμματα και τις πληροφορίες που έχουν καταχωριστεί σε αυτά ενώ δικαιούται να λαμβάνει τα ηλεκτρονικά αρχεία σε αναγνώσιμη ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.

ζ) κατάσχει βιβλία και στοιχεία που τηρούνται ή διαφυλάσσονται σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, οποιαδήποτε άλλα ανεπίσημα βιβλία, έγγραφα, αρχεία, στοιχεία, ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων προκειμένου να διασφαλιστεί η αποδεικτική αξία αυτών.

- Οι ελεγκτές της Υπηρεσίας, στο πλαίσιο εκτέλεσης παραγγελιών των εισαγγελικών λειτουργών έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα που διαχειρίζεται η ΑΑΔΕ, γνωστοποιώντας της την πρόσβαση αυτή, σύμφωνα με τους κανόνες ιχνηλασιμότητας και πρόσβασης στα συστήματα της ΑΑΔΕ, και λαμβάνουν οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για τη συγκεκριμένη υπόθεση που ερευνούν. Η πρόσβαση αφορά σε πληροφορίες ή στοιχεία προσδιορισμένων φυσικών και νομικών προσώπων και κάθε είδους νομικών οντοτήτων με εντοπισμένο, πριν την πρόσβαση, αριθμό φορολογικού μητρώου. Πέρα από τους περιορισμούς της παρούσας παραγράφου, η προαναφερθείσα πρόσβαση των ελεγκτών της Υπηρεσίας δεν υπόκειται σε περιορισμούς διατάξεων περί φορολογικού απορρήτου, υποχρεούμενοι όμως στην τήρηση των διατάξεων περί εχεμύθειας του άρθρου 26 του Υπαλληλικού Κώδικα.

- Οι ελεγκτές της υπηρεσίας έχουν πρόσβαση στο «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών» σύμφωνα με τα άρθρα 62 και 63 του Ν. 4170/2013 και στα λοιπά πληροφοριακά συστήματα και τις βάσεις δεδομένων που διαχειρίζονται άλλες δημόσιες υπηρεσίες σύμφωνα με τις προδιαγραφές ασφαλείας του κάθε συστήματος μη υποκείμενοι σε περιορισμούς διατάξεων περί τραπεζικού, επαγγελματικού απορρήτου, απορρήτου των στοιχείων τηρουμένων των διατάξεων περί εχεμύθειας του Υπαλληλικού Κώδικα.

- Οι αρμοδιότητες της υπηρεσίας ασκούνται παράλληλα και ανεξάρτητα από λοιπές υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών. Το προσωπικό αυτής τελεί σε διαρκή ετοιμότητα για την ταχεία επέμβασή του όταν παρίσταται ανάγκη, και θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία σε κάθε τόπο και χρόνο, κάθε φορά που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή του, πάντοτε, όμως, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, και τις εντολές των προϊσταμένων του και του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.

- Η υπηρεσία συνεργάζεται και ανταλλάσσει πληροφορίες και στοιχεία, που έχουν σχέση με το αντικείμενο της αποστολής της, με άλλες αρχές, υπηρεσίες και φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού και δύναται να συμμετέχει σε θεσμοθετημένα διϋπηρεσιακά όργανα. Με την επιφύλαξη και τους όρους του παρόντος νόμου, οι αστυνομικές, λιμενικές, στρατιωτικές και λοιπές αρχές και υπηρεσίες, υποχρεούνται, όταν τους ζητηθεί, να συνδράμουν άμεσα και αποτελεσματικά τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας καθώς επίσης και να χορηγούν κάθε σχετική πληροφορία ή στοιχείο. Η ανταλλαγή πληροφοριών με υπηρεσίες και φορείς του εξωτερικού αφορά μόνο στην ποινική διερεύνηση των υποθέσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας και δεν σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την αμοιβαία διοικητική συνδρομή του άρθρου 29 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

- Μέχρι την τριακοστή πρώτη Μαρτίου κάθε έτους, η υπηρεσία υποβάλλει έκθεση πεπραγμένων της κατά το προηγούμενο έτος στον εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και στους υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην έκθεση αναφέρονται ο αριθμός ερευνών και η διαδικαστική πορεία τους. Η έκθεση αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών στο διαδίκτυο το αργότερο μία (1) εβδομάδα μετά την υποβολή της, όπου και παραμένει αναρτημένη για πέντε (5) έτη.

- Για τη στελέχωση της Διεύθυνσης συνιστώνται 135 θέσεις ελεγκτών. Για τη διοικητική υποστήριξή της, επιτρέπεται η κατανομή δεκαπέντε οργανικών θέσεων από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 86 και 87 του Π.Δ. 142/2017 (181 Β') με απόφαση του υπουργού Οικονομικών.

- Η πλήρωση των οργανικών θέσεων διοικητικού προσωπικού της Διεύθυνσης διενεργείται:

α) με μετακίνηση υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών,

β) με μετάταξη, ή απόσπαση δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας (ν. 4440/2016, 224 Α),

γ) με διορισμό σύμφωνα με το ν. 2190/1994 (Α΄28) όπως ισχύει.

- Οι θέσεις ελεγκτών καλύπτονται κατά παρέκκλιση των διατάξεων για το Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας (ν. 4440/2016), με αποσπάσεις μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού που υπηρετεί σε φορείς του δημόσιου ή ευρύτερου δημόσιου τομέα όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις του ν. 1256/1982 (Α΄65) όπως ισχύει, συμπεριλαμβανομένων ένστολων καθώς και ειδικού επιστημονικού προσωπικού που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του προανακριτικού έργου. Για τη διενέργεια των ανωτέρω αποσπάσεων εκδίδεται πρόσκληση του αρμόδιου υπουργού, ύστερα από εισήγηση του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των θέσεων που θα καλυφθούν, τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων για την κάλυψη των θέσεων αυτών, καθώς και ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής αίτησης των ενδιαφερομένων, η διαδικασία αξιολόγησης των αιτήσεών τους και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

- Ειδικά και προς διασφάλιση της άμεσης λειτουργίας της υπηρεσίας και προς ολοκλήρωση των εκκρεμών ελέγχων, αποσπώνται και τοποθετούνται σε αυτή κατ' ανώτατο όριο εξήντα υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε.

- Οι εισαγγελικές παραγγελίες, εντολές ανακριτικών και προανακριτικών πράξεων, περιλαμβανομένων των αιτημάτων και εντολών διενέργειας φορολογικών ελέγχων που έχουν προκύψει από εντολή οιασδήποτε εισαγγελικής και δικαστικής αρχής, οι οποίες υφίστανται στην Α.Α.Δ.Ε. (ΚΕΜΕΕΠ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΔΟ.Υ., ΥΕΕΔΕ, ΔΙΠΑΕΕ, κεντρικές υπηρεσίες), κατά τον χρόνο έναρξης λειτουργίας της υπηρεσίας, επιστρέφονται από την ΑΑΔΕ στις κατά περίπτωση αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές που έχουν εκδώσει τις σχετικές παραγγελίες, εντολές και αιτήματα μέχρι την 28.02.2018. Κατ' εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου η Α.Α.Δ.Ε. διατηρεί κατ' ανώτατο όριο εκκρεμείς εντολές ελέγχου 1.300 Α.Φ.Μ. για τις χρήσεις που έχουν προτεραιοποιηθεί, των οποίων ο έλεγχος βρίσκεται σε τελικό στάδιο την 28.02.2018 ή που είναι προτεραιοποιημένες για έλεγχο από την Α.Α.Δ.Ε. κατά την ίδια ημερομηνία. Ως τελικό στάδιο ελέγχου νοείται, α) η έκδοση προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή β) η έκδοση αιτήματος παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του Κ.Φ.Δ.

Σε άλλη διάταξη του πολυνομοσχεδίου προβλέπεται ότι το σύνολο των μετοχών κυριότητας του ελληνικού Δημοσίου σε δημόσιες επιχειρήσεις, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ..

Μεταξύ άλλων προβλέπονται τα ακόλουθα:

- Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή οποιοδήποτε άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτό πρόσωπο διασφαλίζει ότι όλες οι ενέργειες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των καταχωρίσεων της παραπάνω μεταβίβασης πραγματοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης της εγγραφής της σχετικής μεταβίβασης στο βιβλίο μετόχων κάθε μίας εκ των μη εισηγμένων εταιριών, οι μετοχές των οποίων μεταβιβάζονται σύμφωνα με την παραπάνω παράγραφο και στην περίπτωση εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών της καταχώρισης της σχετικής μεταφοράς στο Σύστημα 'Αυλων Τίτλων. Με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής καθορίζεται η διαδικασία και τα κριτήρια για τις υπόλοιπες δημόσιες επιχειρήσεις που θα μεταφερθούν στην Εταιρεία. εφαρμοζομένου αναλόγως του άρθρου 209.

- Το καταστατικό των εταιριών, οι μετοχές των οποίων μεταβιβάζονται δυνάμει του παρόντος άμεσα ή έμμεσα στο σύνολό τους ή εν μέρει στην Εταιρεία, τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.

- Η μεταβίβαση των μετοχών των δημοσιών επιχειρήσεων στην Εταιρεία δεν επηρεάζει αφ' εαυτής τους όρους εργασίας των υπαλλήλων των εν λόγω δημοσίων επιχειρήσεων.

Επίσης, το πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει αυστηρές διατάξεις που θα οδηγούν σε απενεργοποίηση ΑΦΜ για όσους φοροδιαφεύγουν ή έχουν υποβάλλει ψευδή στοιχεία για την απόκτησή του. Προβλέπονται φορολογικά κίνητρα για ευρεσιτεχνία και για επιχειρήσεις που εγκαθίστανται σε συγκεκριμένες περιοχές.

Ειδικότερα στο νομοσχέδιο προβλέπονται τα ακόλουθα:

- Σε αυτόματη απενεργοποίηση του ΑΦΜ ή σε αναστολή της χρήσης του θα προχωρά η Εφορία για τους φορολογούμενους που διαπράττουν φοροδιαφυγή ή έχουν δηλώσει ψευδή ή ανακριβή στοιχεία για την απόκτηση του ΑΦΜ.

- Φυσικά πρόσωπα των οποίων ο ΑΦΜ έχει ανασταλεί και θέλουν να προχωρήσουν σε νέα έναρξη εργασιών ως υποκείμενα στο ΦΠΑ υποβάλλοντας δήλωση μεταβολών για τη διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών θα πρέπει να καταθέσουν εγγύηση ανάλογα με το ύψος της φοροδιαφυγής η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 15.000 ευρώ. Το ίδιο ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα που υπόκεινται στο ΦΠΑ και υποβάλλουν δήλωση μεταβολών για τη διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών στο φορολογικό μητρώο.

- Η Φορολογική Διοίκηση έχει τη δυνατότητα και χωρίς την υποβολή δήλωσης εγγραφής να αποδίδει ΑΦΜ σε φορολογούμενο ή σε πρόσωπο που δεν τυγχάνει φορολογούμενος εφόσον έχει στη διάθεσή της σε περίπτωση φυσικού προσώπου τα προσωπικά στοιχεία του και σε περίπτωση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας την επωνυμία και την έδρα προκειμένου να βεβαιώσει ή και να εισπράξει απαιτήσεις κατά αυτού ή να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών της ημεδαπής.

- Η Εφορία μπορεί να απαιτήσει εγγύηση από οποιαδήποτε επιχείρηση υποβάλλει δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο εάν μέτοχος ή εταίρος του νομικού προσώπου που υποβάλει τη δήλωση υπήρξε κατά τα τελευταία 5 έτη πριν από την υποβολή της, μέλος του Δ.Σ. ή νομικός εκπρόσωπος άλλου νομικού προσώπου ή συνδεδεμένο πρόσωπο με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πτώχευσαν ή κατέστησαν αφερέγγυα και η πτώχευση ή αφερεγγυότητα είχε ως αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή διακινδύνευση είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών τουλάχιστον 15.000 ευρώ.

Φορολογικά κίνητρα:

- Ευρεσιτεχνία: Απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος για τρεις συνεχόμενες χρήσεις τα κέρδη της επιχείρησης από τη πώληση προϊόντων παραγωγής της, για την οποία παραγωγή χρησιμοποιήθηκε ευρεσιτεχνία διεθνώς αναγνωρισμένη στο όνομα της επιχείρησης που αναπτύχθηκε από την ίδια. Η απαλλαγή χορηγείται και όταν τα προϊόντα παράγονται σε εγκαταστάσεις τρίτων.

- Κίνητρα εγκατάστασης: Εκπίπτει ετησίως και για μια πενταετία από το φόρο εισοδήματος ποσό ίσο με το διπλάσιο του μισθώματος που καταβάλουν για τη χρήση του ακινήτου οι επιχειρήσεις τριτογενούς τομέα που εγκαθίσταται:

- στην περιοχή «Γεράνι» (Πειραιώς, Επικούρου, Ευριπίδου, Αθηνάς του ιστορικού Κέντρου της Αθήνας).

- Στην περιοχή του Μεταξουργείου (Κωνσταντινουπόλεως, Αχιλλέως, Αγίου Κωνσταντίνου, Πειραιώς, Ιερά Οδός του ιστορικού Κέντρου της Αθήνας.