ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Τα ελληνικά μακαρόνια που κάνουν... καριέρα στην «μητέρα» των ζυμαρικών

Τα ελληνικά μακαρόνια που κάνουν... καριέρα στην «μητέρα» των ζυμαρικών - Κεντρική Εικόνα

Αν και τα ζυμαρικά αναγνωρίζονται διεθνώς ως προϊόν ιταλικής προέλευσης, η πρώτη αναφορά στην ύπαρξή τους χρονολογείται γύρω στο 1000 π.χ. στην αρχαία Ελλάδα. Η ιστορία αναφέρει ότι η λέξη «λάγανον» περιέγραφε μια φαρδιά πλακωτή ζύμη από νερό και αλεύρι, την οποία έκοβαν σε λωρίδες. Η ζύμη αυτή μεταφέρθηκε και στην Ιταλία από τους πρώτους Ελληνες εποίκους γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ., και μετονομάστηκε σε «laganum», τα σημερινά λαζάνια.

Η περίπτωση της Eurimac, μιας εταιρείας joint venture που προέκυψε από τη στρατηγική συνεργασία της ιστορικής ελληνικής εταιρείας ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ και του ιταλικού ομίλου βιομηχανιών σε ζυμαρικά, άλευρα και ρύζια Euricom, επιβεβαιώνει τις ιστορικές αναφορές, ότι δηλαδή... τα ζυμαρικά δεν είναι μόνο ιταλική υπόθεση αλλά είναι εξίσου ελληνική. Οπως εξηγεί ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος Σταύρος Κωνσταντινίδης, η Eurimac έχει κατοχυρώσει τη θέση της στην πρώτη τριάδα των μεγαλύτερων παραγωγικών και εμπορικών μονάδων ζυμαρικών στην Ελλάδα και την πρώτη θέση στις εξαγωγές ζυμαρικών με πελάτες σε 50 χώρες και στις πέντε ηπείρους.

Το ξεκίνημα της ΜΑΚΒΕΛ

H ιστορία της επιχείρησης που κέρδισε την εμπιστοσύνη της χώρας που ανέδειξε το σπαγγέτι ως εθνικό φαγητό είναι άκρως ελληνική και ανατρέχει πίσω στο 1939, όταν δύο αδέλφια, ο Παντελής και ο Νίκος Κωνσταντινίδης, ξεκινούν στην περιοχή της Θεσσαλονίκης να παράγουν και να εμπορεύονται ζυμαρικά με την επωνυμία ΜΑΚΒΕΛ.

Η ιστορική μάρκα ζυμαρικών της οικογένειας Κωνσταντινίδη οφείλει την ονομασία της στα αρχικά της Μακαρονοποιίας Βορείου Ελλάδος, που ιδρύθηκε από τα δύο αδέλφια, τον Παντελή και τον Νίκο το 1945, όταν λίγα μόλις χρόνια μετά την πρώτη ενασχόλησή τους με την παραγωγή ζυμαρικών αποκτούν τη βιοτεχνία Ερμής και τη μετονομάζουν ΜΑΚΒΕΛ. Οι εξαγωγές αποτέλεσαν στρατηγικό στόχο των αδελφών Κωνσταντινίδη από πολύ νωρίς και συγκεκριμένα από το 1962, οπότε η εταιρεία πραγματοποιεί και την πρώτη της εξαγωγική προσπάθεια στην αγορά της Γερμανίας.

Τη χρονιά εκείνη δημιουργήθηκαν και οι ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της επιχείρησης στην περιοχή του Παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης.

Ταχύτατη ανάπτυξη

Η μεγέθυνση ήταν ραγδαία και σχετικά σύντομα τα πρώτα δειλά εξαγωγικά βήματα γίνονται κυρίαρχη τάση.

Το 1980 η εταιρεία κατακτά την πρώτη θέση στον πίνακα των εξαγωγικών επιχειρήσεων στον χώρο των ζυμαρικών και τιμάται από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών με το βραβείο εξαγωγών «Ερμής».

Η αναπτυξιακή πορεία επισφραγίστηκε το 1996 με τη συνεργασία με τον ιταλικό όμιλο Euricom. Τη χρονιά εκείνη, ΜΑΚΒΕΛ και Euricom ίδρυσαν τη Eurimac και οι επενδύσεις που ακολούθησαν αποτέλεσαν την αφετηρία για την εκτίναξη της παραγωγικής ικανότητας.

Η νέα εταιρεία ανήκει κατά 50% στη ΜΑΚΒΕΛ Α.Ε. και κατά 50% στον ιταλικό όμιλο, ο οποίος εμπιστεύτηκε τη ΜΑΚΒΕΛ για την παραγωγή των ζυμαρικών που απευθύνονται όχι μόνο στο ελληνικό νοικοκυριό, αλλά σε όλο τον κόσμο, αφού ο όμιλος έχει μεταφέρει τη συνολική παραγωγή του στην Ελλάδα.

Με τζίρο που διαμορφώνεται κοντά στα 35 εκατ. ευρώ, υψηλή λειτουργική και καθαρή κερδοφορία και μηδαμινό δανεισμό, η Eurimac κάθε άλλο παρά κάμφθηκε από την κρίση. Οι συνολικές επενδύσεις της εταιρείας την τελευταία δεκαετία, και συγκεκριμένα από το 2008 έως και το 2018, ανήλθαν στα 22,1 εκατ. ευρώ, υπερδιπλασιάζοντας την παραγωγική ικανότητα του εργοστασίου που φθάνει πλέον τους 72.000 τόνους ετησίως.

Το προσωπικό της αριθμεί 120 άτομα, οι πωλήσεις σε όγκο φθάνουν τα 52 εκατ. κιλά ετησίως, με το 40% αυτών να κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού.

Οι δύο βασικές προτεραιότητες

Η στρατηγική της εταιρείας αναπτύσσεται σε δύο άξονες. Πρώτον, στη διεύρυνση του εξαγωγικού προσανατολισμού της και, δεύτερον, στην ενίσχυση του επώνυμου brand στην ελληνική αγορά. Οπως σημειώνει ο κ. Κωνσταντινίδης, «οι εξαγωγές, που απορροφούν το 40% της παραγωγής της εταιρείας, λειτούργησαν ως σταθεροποιητικός παράγοντας της ευρωστίας της εταιρείας και στόχος είναι η ανάπτυξη νέων συνεργασιών και το άνοιγμα νέων αγορών». Εκτός από τις ευρωπαϊκές αγορές –Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Τσεχία, Ουγγαρία– η εταιρεία εξάγει στην Ιαπωνία, στην Κούβα, στη Βραζιλία, προωθώντας κυρίως τα ζυμαρικά της μέσα από τις κατοχυρωμένες μάρκες, ενώ σημαντική είναι η παρουσία της και στο εξωτερικό ως παραγωγός προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (private label). Στο εξωτερικό η επωνυμία ΜΑΚΒΕΛ είναι κυρίαρχη, ενώ συμπληρωματικά έχουν αναπτυχθεί οι επωνυμίες Latino, Familia, Grande Pasta κ.ά.

Στην εγχώρια αγορά η Eurimac έχει ισχυρή θέση στον τομέα της ιδιωτικής ετικέτας και αποτελεί βασικό πελάτη όλων των μεγάλων λιανεμπόρων, που απορροφούν το 70% της διανομής στο εσωτερικό. Οι νέες προϊοντικές πρωτοβουλίες αποσκοπούν στην ενίσχυση του εμπορικού brand και φιλοδοξία της διοίκησης είναι τα ζυμαρικά ΜΑΚΒΕΛ να μπουν σε κάθε ελληνικό σπίτι. Οπως εξηγεί ο κ. Κωνσταντινίδης, η καινοτομία του «ΜΑΚΒΕΛ 5 Δημητριακά» δεν είναι μόνο η σύνθεσή του από πέντε διαφορετικά συστατικά – σκληρό σιτάρι, βρώμη, καλαμπόκι, κριθάρι και όλυρα. «Η νέα σειρά, συνδυάζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πέντε δημητριακών, προσδίδει μια κυριολεκτικά πεντανόστιμη γεύση με εξαιρετική συμπεριφορά στο βράσιμο».

Οπως εξηγεί ο διευθύνων σύμβουλος της Eurimac, η φιλοσοφία της εταιρείας είναι η διάθεση στους καταναλωτές των εξαιρετικών σε ποιότητα ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ σε οικονομική αλλά και σταθερή τιμή. Η διοίκηση της Eurimac απορρίπτει εμπορικές πρακτικές με περιστασιακές εκπτώσεις, που πλήττουν –όπως υποστηρίζει– την αξιοπιστία του brand, και επιδιώκει, όπως σημειώνει, «μια τίμια προσέγγιση του καταναλωτή».

Πηγή Καθημερινή