ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Μέχρι το 2060 χάνεται το ¼ του πληθυσμού μας

ΣAΒΒΑΣ Γ. ΡΟΜΠΟΛΗΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Γ. ΜΠΕΤΣΗΣ
Αρχές και πρότυπα οργάνωσης - λειτουργίας της κοινωνικής ασφάλισης - Κεντρική Εικόνα

Τα πρόσφατα (2018) σχετικά με τον πληθυσμό, εργατικό δυναμικό και την απασχόληση στατιστικά στοιχεία, αναδεικνύουν την εξέλιξη της μείωσης του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας και ταυτόχρονα την μείωση του εργατικού δυναμικού, παράλληλα με την μείωση του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας (15-64 ετών).

Από την άποψη αυτή, συγκρίνοντας τις εκτιμήσεις της Eurostat για την χώρα μας το 2007 (Europop 2007), με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις που παρουσιάσθηκαν τον Ιούλιο του 2017 και αποτυπώνονται στο Ageing Report 2018, διαπιστώνεται ότι ο πληθυσμός της χώρας μας το 2007 ήταν 11,8 εκατ. άτομα, το 2020 εκτιμάται ότι θα είναι 11,6 εκατ. άτομα και το 2060 εκτιμάται ότι θα είναι 11,1 εκατ. άτομα. Αντίστοιχα, το εργατικό δυναμικό από 4,698 εκατ. άτομα το 2016, εκτιμάται ότι θα είναι 4,594 εκατ. άτομα το 2020 και 3,241 εκατ. άτομα το 2060. Ο δείκτης γονιμότητας (αριθμός παιδιών ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας) από 1,41 παιδιά το 2007 και 1,39 το 2016, εκτιμάται ότι το 2060 θα είναι 1,57 παιδιά. Τέλος, ο δείκτης παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας από 2,5 εκτιμάται ότι το 2060 θα είναι 1,7.

Από τη συγκριτική αυτή προσέγγιση προκύπτει, κατά την περίοδο των προβολών (2007-2060 και 2016- 2060), μεταξύ των άλλων, το έλλειμμα πληθυσμού, εργατικού δυναμικού, παραγωγικότητας της εργασίας και μακροχρόνιας στασιμότητας του δείκτη γονιμότητας, που δημιούργησαν στην χώρα μας οι ασκούμενες Μνημονιακές πολιτικές της ύφεσης και των περικοπών, κατά την περίοδο 2010-2018. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι μέχρι το 2060 χάνεται στην χώρα μας το ¼ (25%) του πληθυσμού (2,8 εκατ. άτομα) και το 1/3 (32%) του εργατικού δυναμικού (1,5 εκατ. άτομα) καθώς και το 1/3(32%) της παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας.

Παράλληλα, η αναπροσαρμογή , κάθε δέκα χρόνια, των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, σύμφωνα με την αύξηση του προσδόκιμου ορίου ζωής (άρθρο 14 του Ν.4387/2016) θα επιφέρει το 2060 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, AWG 2018) αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 71 έτη. Αυτό σημαίνει αύξηση του εργατικού δυναμικού (ιδιαίτερα των γυναικών) καθώς και γήρανση του εργατικού δυναμικού, αφού η μείωση των νέων εργαζομένων λόγω της μειωμένης γονιμότητας και η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης οδηγούν την κατανομή του εργατικού δυναμικού στις μεγαλύτερες ηλικίες.

Το γεγονός αυτό με την σειρά του, προκαλεί αρνητικές επιπτώσεις στο επίπεδο της παραγωγικότητα της εργασίας, αφού ένα γηρασμένο εργατικό δυναμικό έχει μικρότερη παραγωγικότητα από ένα νεανικό εργατικό δυναμικό. Οι δυσμενείς αυτές δημογραφικές προοπτικές στην Ελλάδα, σε συνδυασμό και με τη διεθνή και ευρωπαϊκή επιστημονική έρευνα, συνηγορούν στην μείωση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας καθώς και στους χαμηλούς ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ, εξαιτίας της εξάλειψης της δημογραφικής ώθησης που δίνει στις οικονομίες ο μεγάλος πληθυσμός ατόμων νεαρής ηλικίας που προσεγγίζουν το ανώτερο επίπεδο της παραγωγικότητας τους.

Πιο συγκεκριμένα, για την Ελλάδα έχει εκτιμηθεί σε πρόσφατη έρευνα μας ότι λόγω της γήρανσης του εργατικού δυναμικού, εάν η επιδίωξη της χώρας μας είναι μία ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 2%, τότε λόγω της αρνητικής επίδρασης της γήρανσης του πληθυσμού στην αύξηση του ΑΕΠ, στην πραγματικότητα θα απαιτείται ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ κατά 4%. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει πόσο δύσκολο, μεταξύ των άλλων, θα είναι στο μέλλον η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης στην Ελλάδα, λόγω του γηρασμένου εργατικού δυναμικού.

Η γήρανση αυτή του εργατικού δυναμικού και η επίδραση του στον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ, προκαλεί με τη σειρά του αρνητικές επιπτώσεις και στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Πράγματι, από τις αντίστοιχες προβολές της έρευνας μας προέκυψε ότι το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα στην χώρα μας, θα επιβαρυνθεί, μόνο εξαιτίας της αύξησης του προσδόκιμου ορίου ζωής κατά 37,3 δις ευρώ σε παρούσες αξίες. Η συνολική αυτή επιβάρυνση μεταφράζεται σε περίπου 1,3 δις ευρώ ανά έτος για την περίοδο 2017-2057 ή σε μείωση των παροχών των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων κατά το αντίστοιχο ποσό.

Η συγκεκριμένη διαπίστωση μπορεί να επαληθευτεί και από την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις συντάξεις (AWG 2018), στην οποία αναφέρεται ότι ο δείκτης συνταξιοδοτικών δαπανών προς ΑΕΠ στην Ελλάδα, μειώνεται από 17,1% του ΑΕΠ το 2017, σε 13,4% του ΑΕΠ το 2020 και σε 11,5% το 2060. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μείωση αυτή του δείκτη των συνταξιοδοτικών δαπανών προς ΑΕΠ στην Ελλάδα, θα προέλθει κατά 80% από την μείωση των συνταξιοδοτικών παροχών.

Των

Σάββα Γ. Ρομπόλη

Ομ.Καθ.Παντείου Πανεπιστημίου

Βασίλειου Γ. Μπέτση

Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου