ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Για ποια μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΠΙΔΗΣ
Για ποια μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη;  - Κεντρική Εικόνα

Τους τελευταίους μήνες έχει εντατικοποιηθεί ο διάλογος για τη θεσμική μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη. Διάλογος στον οποίο οι προτάσεις περισσεύουν, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και κυρίως χωρίς να αμφισβητείται η οικονομική ορθοδοξία της αρχιτεκτονικής της νομισματικής ένωσης. 

Είναι γεγονός ότι ο ρόλος της Κομισιόν σε αυτή τη διαδικασία είναι περιορισμένος. Παρά τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί από τους Γιούνκερ, Μοσκοβισί και Ντομπρόβσκις, το τελικό πλαίσιο αναμένεται να καθοριστεί από τη γερμανική και γαλλική ηγεσία. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα.

Από τη μια πλευρά, η γερμανική ηγεσία συμφωνεί με την ανάγκη κάποιων θεσμικών μεταρρυθμίσεων που θα θωρακίζουν την Ευρωζώνη από τον κίνδυνο μιας νέας οικονομικής κρίσης, ωστόσο δεν υπάρχει καμία προβλέψη για την ενίσχυση των αναπτυξιακών εργαλείων, την καταπολέμηση της εργασιακής επισφάλειας, την φορολογική εναρμόνιση και την τραπεζική ενοποίηση. Το γερμανικό οικονομικό δόγμα επιβάλλει μια αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, χαμηλά πλεονάσματα, χωρίς καμία συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού δημοσίου χρέους και τα προκλητικά εμπορικά πλεονάσματα της γερμανικής οικονομίας που λειτουργούν εις βάρος της περιφερειακής ανάπτυξης και των εισοδηματικών συγκλίσεων στην υπόλοιπη Ευρωζώνη.

Από την άλλη πλευρά. η γαλλική ηγεσία κινείται με μεγαλύτερη θερμή στο θέμα των μεταρρυθμίσεων, με άφθονο βερμπαλισμό, χωρίς «κόκκινες γραμμές», και χωρίς επίσης κανένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Ο Μακρόν αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, και το μόνο θέμα για το οποίο δείχνει να ενδιαφέρεται πραγματικά είναι εκείνο του ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας και της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων από τον κοινοτικό προϋπολογισμό για την αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών των κρατών-μελών. 

Ούτε η γερμανική, αλλά ούτε και η γαλλική ηγεσία αφουγκράζονται τις πραγματικές ανησυχίες της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων ηγετών. Τουλάχιστον όπως αυτές αποτυπώνονται τόσο από την άνοδο των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων, όσο και από τα αποτελέσματα των εκθέσεων του Ευρωβαρόμετρου. 

Τα κοινωνικά και εργασιακά ζητήματα, η ανεργία, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός, η αλλαγή του οικονομικού μείγματος στην Ευρωζώνη είναι βασικά ζητήματα που απασχολούν τους Ευρωπαίους πολίτες. Και σε αυτά τα θέματα τόσο τα χριστιανοδημοκρατικά όσο και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν έχουν απαντήση ή έχουν χάσει πλέον ισχυρά ερείσματα στην κοινωνία. 

Οι αριστερές δυνάμεις αδυνατούν να αρθρώσουν πειστικό λόγο και να προσφέρουν μέχρι τώρα ισχυρές εναλλακτικές, λόγω κυρίως των εσωτερικών κλυδωνισμών στις ηγεσίες τους, με τα ευρωσκεπτικιστικά και σε πολλές περιπτώσεις ακροδεξια κόμματα να βγαίνουν μπροστά και να αναδιαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό. Χαρακτηρισμό παράδειγμα είναι η Λέγκα του Βορρά και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία. Η μεν Λέγκα και ο Σαλβίνι θέλουν να ενισχύσουν τον ακροδεξιό ευρωσκεπτικιστικό μπλοκ ενόψει των ευρωεκλογών του 2019, το δε Κίνημα των Πέντε Αστέρων να «ψαρέψει» στα νερά του αριστερού και προοδευτικού εκλογικού ακροατηρίου, τονώνοντας το ανομοιογενές σώμα αριστερών και κεντροαριστερών ψηφοφόρων που έχουν απογοητευτεί από τα παραδοσιακά κόμματα του πολιτικού χώρου και αναζητούν πολιτικό καταφύγιο στον λαϊκιστικό ευρωσκεπτικισμό. 

Μέσα σε αυτό πλαίσιο θα προχωρήσουμε προς τις ευρωεκλογές του ερχόμενου Μαΐου, με την προσοχή να επικεντρώνεται και στο τι θα πράξει η ευρωπαϊκή Αριστερά. Θα κατεβάσει έναν υποψήφιο για την Κομισιόν; Θα επικρατήσει το Plan B; Θα παρουσιάσει ένα συμπαγές προοδευτικό πρόγραμμμα για να ενισχύσει τις δυνάμεις της; Όλα αυτά τα ερωτήματα μένουν προς το παρόν αναπάντητα. 

 

* Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, συντονιστής του Ευρωπαϊκού Προοδευτικού Φόρουμ.