ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Επέστρεψε το «φάντασμα» του Μαρινόπουλου

Επέστρεψε το «φάντασμα» του Μαρινόπουλου - Κεντρική Εικόνα

Σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος μπορεί να μην υπάρχουν, αλλά όπως όλα δείχνουν οι πρακτικές και οι τακτικές που ακολούθησε η γνωστή επιχειρηματική οικογένεια ανακάμπτουν δριμύτερες και προβληματίζουν κυρίως τους προμηθευτές τους. 

Αυτό υποστηρίζουν στο Capital.gr, Έλληνες προμηθευτές που θέλησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους. Σύμφωνα με τους ίδιους, όλες σχεδόν οι μεγάλες αλυσίδες τον τελευταίο χρόνο, μετά τη διάσωση του δικτύου και των εργαζομένων της Μαρινόπουλος από τον Σκλαβενίτη, έχουν προχωρήσει σε επιμήκυνση του χρόνου πληρωμής τους. Πλέον αυτός έχει "κλειδώσει” στους 4-6 μήνες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, οι οποίες δεν είναι και λίγες και αφορούν κυρίως μικρότερους παίκτες, η καθυστέρηση ξεπερνά τους 6 μήνες.

Χρόνος καθυστέρησης, ο οποίος είναι σίγουρα πολύ μικρότερος από αυτόν που πλήρωνε ο Μαρινόπουλος τις "χρυσές εποχές" του, ωστόσο είναι χειρότερος από τον χρόνο πληρωμής με τον οποίον πληρώνονταν οι προμηθευτές λίγα χρόνια πίσω από τους υπόλοιπους παίκτες της αγοράς. Τότε οι περισσότερες αλυσίδες, εκτός Μαρινόπουλου, πλήρωναν τους Έλληνες προμηθευτές τους μεσοσταθμικά στις 70-90 ημέρες και σε κάποιες περιπτώσεις στις 120 ημέρες.

Πάντως και προ της κατάρρευσης της Μαρινόπουλος και σήμερα οι πολυεθνικοί παίκτες αντιμετωπίζονται τελείως διαφορετικά σε σχέση με τους Έλληνες παραγωγούς. Ο μέσος χρόνος πληρωμών των πολυεθνικών παικτών κινείται μεταξύ 30-45 ημερών (1-1,5 μηνών). Ο λόγος είναι προφανής. Οι πολυεθνικοί παίκτες λόγω δύναμης των brands τους, αλλά κυρίως λόγω ρευστότητας έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν σε άλλη γλώσσα με τους λιανέμπορους. 

Κάτι που δεν έχουν π.χ. οι αγρότες, οι οποίοι περιμένουν ακόμη την εφαρμογή του νόμου που ψήφισε πέρυσι το ελληνικό κοινοβούλιο, βάσει του οποίου η πληρωμή των ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων από 1ης Ιανουαρίου του 2018 θα γινόταν εντός 60 ημερών από την έκδοσή του τιμολογίου. Και να φανταστεί κανείς ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί νέο σχέδιο βάσει του οποίου μειώνεται ο χρόνος πληρωμών στο ήμισυ.

Το σχέδιο της νέας οδηγίας θεσπίζει κατάλογο απαγορευμένων αθέμιτων εμπορικών πρακτικών: προθεσμία πληρωμής 30 ημερών, ακυρώσεις τελευταίας στιγμής παραγγελιών φθαρτών αγαθών, μονομερείς και αναδρομικές αλλαγές στις συμφωνίες (σε σχέση με τη συχνότητα, το χρόνο ή όγκους, τα πρότυπα ποιότητας και τιμών) και την πληρωμή για εμπορεύματα που πρόκειται να χαλάσουν από τον αγοραστή. Καθορίζει επίσης ότι άλλες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται εάν δεν προβλέπονται ρητά στη συμφωνία μεταξύ πωλητή και αγοραστή.

Η επιδείνωση στους χρόνους πληρωμών δεν αφορά μόνο το λιανεμπόριο τροφίμων και δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Απλά στην Ελλάδα η κατάσταση και λόγω της οικονομικής κρίσης είναι ακόμη χειρότερα απ’ ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Έρευνα της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων intrum (δημοσιεύθηκε πέρυσι), αναφέρει πως το 76% των ελληνικών επιχειρήσεων, δηλαδή 3 στις 4, δήλωσαν πως τους έχει ζητηθεί να αποδεχθούν μεγαλύτερους χρόνους πληρωμής, όταν στην Ευρώπη το ποσοστό ήταν 61%. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα το 2016 ήταν 66% από 40% που ήταν στην Ευρώπη. Τι σημαίνει όμως αυτό στην πράξη και ποιες είναι οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων; Απώλεια εσόδων, πρόσθετο κόστος, "στραγγαλισμός" της ρευστότητας, απειλή για την επιβίωση της εταιρείας, απολύσεις και όχι προσλήψεις. 

Η κατάσταση, αν δεν γυρίσει η αγορά, πολύ δύσκολα θα αλλάξει, υποστηρίζουν προμηθευτές και στελέχη του λιανεμπορίου τροφίμων. Μέχρι στιγμής έχουν διαψευστεί όλες οι προβλέψεις και επαναφορά της κατανάλωσης στον ενάρετο κύκλο. Πέρυσι το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων έχασε 200 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2016 ενώ και τη φετινή χρονιά ο κλάδος βρίσκεται υπό πίεση. 

Πηγή; capital.gr