ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική πραγματικότητα χωρίς παρωπίδες

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΠΙΔΗΣ
Η πολιτική πραγματικότητα χωρίς παρωπίδες - Κεντρική Εικόνα

Μπορεί η ελληνική πολιτική ζωή να βρίσκεται σε μια φάση μετασχηματισμού από το 2015 και μετά, ωστόσο τα πράγματα είναι απλά και οι προκλήσεις πολύ συγκεκριμένες. Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε συνεργασία με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, ασκεί τη διακυβέρνηση επί 3,5 χρόνια, οι οικονομικοί δείκτες έχουν βελτιωθεί, η οικονομία έχει εξέλθει της πολυετούς κρίσης ανακάμπτοντας σταδιακά, νομοσχέδια με θετικό κοινωνικό πρόσημο περνούν από τη Βουλή, και η χωρά ανακτά την γεωπολιτική της αξιοπιστία.

Υπάρχουν ζητήματα που παραμένουν ανεπίλυτα και τομείς όπου πρέπει να βελτιωθεί ο κυβερνητικός συντονισμός. Υπάρχουν επίσης τομείς όπου πρέπει να επιταχυνθεί το κυβερνητικό έργο, προβληματικές πολιτικές που πρέπει να αναθεωρηθούν, όπως εκείνη που αφορά στη φορολογία, αλλά και παθογένειες που τραβάνε προς τα κάτω την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη και πρέπει να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ζητούμενο είναι να ενισχυθούν οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας, να γίνει δηλαδή περισσότερο ορατή και να αποτυπωθεί καλύτερα η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας στα εισοδήματα και στην κατανάλωση, να συνεχισθεί με μεγαλύτερη ένταση η μείωση της ανεργίας και η βελτίωση των συνθηκών εργασίας και να δημιουργηθεί ένα νέο, πειστικό όραμα για τον τόπο, μακριά από πρακτικές και αντιλήψεις που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία.

Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η αποτύπωση των δεδομένων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική κυβέρνηση και πάνω σε αυτή τη βάση θα έπρεπε να έχει αναπτυχθεί ένας υγιής πολιτικός διάλογος και αντιπαράθεση πολιτικών επιχειρημάτων από την αντιπολίτευση. Ωστόσο, αυτό που βιώνουμε από το 2016 και μετά, με την αλλαγή στην πολιτική ηγεσία της ΝΔ, αλλά και τις ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα στη κεντροαριστερά, είναι άκρως απογοητευτικό.

Η ΝΔ έχει απωλέσει πλήρως τα φιλελεύθερο και κεντροδεξιό ιδεολογικό της αποτύπωμα, μετακινούμενη προς τα δεξιότερα του πολιτικού φάσματος, έχοντας μεταλλαχθεί από κόμμα εξουσίας, σε κόμμα διαμαρτυρίας και αντίδρασης. Η λαϊκιστική και διαρκώς διχαστική ρητορική της πολιτικής της ηγεσίας, η έντονη φθορά από τα οικονομικά σκάνδαλα και τα «πολιτικά αμαρτήματα» του παρελθόντος, η έλλειψη μακρόπνοης στρατηγικής και η στενότητα σκέψης μέσα από την οποία αξιολογούνται οι κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της εποχής, καθιστούν την πολιτική αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ τοξική. Η ΝΔ έχει «μικρύνει» πολιτικά, δε «διαβάζει» προσεκτικά τις εξελίξεις και την πορεία των κοινωνικών μετασχηματισμών σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Το Κίνημα Αλλαγής από την άλλη δυσκολεύεται να επανακτήσει διακριτές πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές και να απεγκλωβιστεί πλήρως από τη νεοφιλελεύθερη λογική και την πολιτική των «ίσων αποστάσεων». Η πολιτική του ηγεσία καλείται να επιλέξει με ποιες πολιτικές δυνάμεις θα στρατευθεί, σε ποιες κοινωνικές ομάδες θα απευθύνεται και, κυρίως, ποιες πολιτικές προτάσεις έχει για το μέλλον της χώρας.

Το Κίνημα μέχρι στιγμής ακροβατεί μεταξύ της συντηρητικής του πτέρυγας που επιθυμεί ανοιχτά συμπόρευση με τη ΝΔ - όχι μόνο προγραμματική, αλλά και ιδεολογική- και στελεχών που είναι θετικοί σε προοδευτικές συγκλίσεις και σε προγραμματικό διάλογο με το ΣΥΡΙΖΑ. Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αυτών των δύο ομάδων εντός του Κινήματος αναμένεται να λάβουν ακόμη πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά το επόμενο διάστημα, με στόχο να διαμορφωθεί μια ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική κατεύθυνση και στόχευση. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν η πολιτική του ηγεσία παραμείνει εγκλωβισμένη μεταξύ αυτών των δύο πόλων ή αγκυροβολημένη σε «θολά νερά», χωρίς να πάρει θέση, το εγχείρημα της κεντροαριστεράς κινδυνεύει να διαψεύσει τις προσδοκίες που το ίδιο καλλιέργησε στο εκλογικό του ακροατήριο.

Μέσα σε αυτό πλαίσιο, υπάρχουν δύο ακόμη δεδομένα και ένα νέο κοινωνικό αίτημα που βρίσκεται υπό επεξεργασία. Το πρώτο δεδομένο είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί σήμερα τον κεντρικό πυλώνα του αριστερού και προοδευτικού χώρου. Το δεύτερο δεδομένο είναι ότι η πολιτική κατεύθυνση της πολιτικής ηγεσίας της ΝΔ εκφράζει πλέον και τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις της λαϊκιστικής δεξιάς, «φλερτάροντας» ανοιχτά με τις παρυφές της ακροδεξιάς.

Με αυτούς τους συσχετισμούς δύναμης, και λαμβάνοντας υπόψη τη στάση αναμονής που τηρεί ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος ως προς τη πρόθεση ψήφου, διαμορφώνεται σταδιακά ένα κοινωνικό αίτημα που αφορά στην αλλαγή σελίδας στο τόπο. Η έξοδος από το μνημόνιο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ενδυνάμωση του διαλόγου των προοδευτικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε μια νέα βάση που θα αντιπαρέρχεται τη διάκριση «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» και θα αφορά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία το επόμενο διάστημα.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος

.