ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι προβλέπει η νέα ΚΥΑ για ρύθμιση χρεών από 20.000 έως 50.000 ευρώ σε 120 δόσεις

Τι προβλέπει η νέα ΚΥΑ για ρύθμιση χρεών από 20.000 έως 50.000 ευρώ σε 120 δόσεις - Κεντρική Εικόνα

Σε έως 120 δόσεις θα μπορούν να ρυθμίσουν χρέη από 20.000 ευρώ έως και 50.000 ευρώ οι επιχειρήσεις που θα ενταχθούν στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Αυτό προκύπτει από το κείμενο της κοινής υπουργικής απόφασης που στάλθηκε στους Θεσμούς και προκύπτει επίσης ότι θα πρέπει να δίνεται για την εξυπηρέτηση της οφειλής το 1/3 του καθαρού ετήσιου εισοδήματος των επιχειρήσεων.

Αυτό σημαίνει ότι εάν το ετήσιο ποσό για πληρωμές είναι μικρότερο από το 33% (ή από το 2,74% σε μηναία δόση), τότε ο αριθμός των δόσεων θα αναπροσαρμόζεται, έτσι ώστε να καλύπτεται το κριτήριο. Σε κάθε περίπτωση, οι δόσεις δεν μπορούν να είναι περισσότερες από 120.

Η ΚΥΑ, η οποία αν γίνει αποδεκτή από τους δανειστές, θα τεθεί σε άμεση εφαρμογή προβλέπει ότι το ετήσιο ποσό των δόσεων δεν θα πρέπει να ξεπερνάει τo 1/3 ή το 33% του καθαρού ετήσιου εισοδήματος του οφειλέτη που πρακτικά αντιπροσωπεύουν τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA).

Για να υπαχθεί μία επιχείρηση στην αυτοματοποιημένη διαδικασία θα πρέπει να έχει θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) κατά την τελευταία χρήση ή σε δύο από τις τρεις τελευταίες χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στο ν. 4469/2017 (εξωδικαστικός μηχανισμός), ενώ ο λόγος του συνόλου των οφειλών, μετά την αφαίρεση των προστίμων και των προσαυξήσεων προς το καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων να είναι ίσος ή μικρότερος από οκτώ.

Διευκρινίζεται ότι για την εφαρμογή της παραπάνω προϋπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη το μεγαλύτερο ποσό που προκύπτει από τη σύγκριση των εξής ποσών:

-του καθαρού αποτελέσματος προ φόρων τόκων και αποσβέσεων της τελευταίας χρήσης και
-του μέσου όρου των δύο πλέον θετικών καθαρών αποτελεσμάτων προ φόρων τόκων και αποσβέσεων από τις τρεις τελευταίες χρήσεις.

Η μέγιστη διάρκεια αποπληρωμής των οφειλών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 120 δόσεις, ενώ οι πιστωτές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα διατηρούν σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να προβούν σε εξατομικευμένη αξιολόγηση βιωσιμότητας, σύμφωνα με τις εσωτερικές διαδικασίες οργάνωσής τους, προκειμένου να εκτιμήσουν την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη.

Πρόταση τυποποιημένης λύσης

1. Μετά την υποβολή της αίτησης υπαγωγής κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 και μετά τη διαπίστωση απαρτίας, τυχόν αντιπροτάσεις ρύθμισης οφειλών που υποβάλλονται από τους συμμετέχοντες πιστωτές, παράγονται με τυποποιημένο τρόπο και υπόκεινται στους ακόλουθους κανόνες:

α) Αφαιρούνται τα ακόλουθα ποσά ανά πιστωτή:

αα) το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα.

ββ) ποσοστό ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση.

γγ) ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Τα ποσά των υποπεριπτ. ββ) και γγ) αφαιρούνται με την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017.

β) Ο οφειλέτης καταβάλει ισόποσες τοκοχρεωλυτικές μηνιαίες δόσεις, που δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερες από το ποσό των πενήντα (50) ευρώ ανά πιστωτή.

γ) Ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων στην περίπτωση των χρηματοδοτικών φορέων, κατά την έννοια της περίπτ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017, του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (εφεξής θεσμικών πιστωτών) δεν επιτρέπεται να ξεπερνά τις εκατόν είκοσι (120), ενώ για τους λοιπούς ιδιώτες πιστωτές δεν επιτρέπεται να ξεπερνά τις είκοσι τέσσερις (24). Κατ' εξαίρεση, αν οι οφειλές προέρχονται από συμβάσεις παροχής εργασίας οποιουδήποτε τύπου, οι δόσεις δεν επιτρέπεται να ξεπερνούν τις έξι (6). Ο αριθμός των δόσεων είναι κοινός για κάθε μία από τις ανωτέρω κατηγορίες πιστωτών, με την επιφύλαξη των περιπτ. β΄ και ε΄.

δ) Για τον υπολογισμό των τοκοχρεωλυτικών δόσεων λαμβάνεται υπόψη επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο euribor τριμήνου, προσαυξημένο κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες και κατά την εισφορά του ν. 128/1975 κατά περίπτωση, αν είχε προγενέστερα συμφωνηθεί ότι η εισφορά αυτή βαρύνει τον οφειλέτη. Το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο για τους χρηματοδοτικούς φορείς και αναπροσαρμόζεται ανά τρίμηνο, με έναρξη την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Για τους υπόλοιπους πιστωτές το επιτόκιο είναι σταθερό, με κρίσιμο χρόνο την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Εναλλακτικά, ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει να καταβάλει την οφειλή του σε όλους τους θεσμικούς πιστωτές σε δώδεκα (12) ή λιγότερες άτοκες δόσεις. Στην περίπτωση αυτή, επί υπερημερίας του οφειλέτη, οι δόσεις που οφείλονται προς τους χρηματοδοτικούς φορείς βαρύνονται με το επιτόκιο του πρώτου εδαφίου.

ε) Αν η βασική οφειλή προς το Δημόσιο ή/και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, δεν ξεπερνά το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) ανά πιστωτή, στο οποίο δεν προσμετρώνται τυχόν οφειλές που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017, ο αριθμός των δόσεων προς τον εν λόγω πιστωτή δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τριάντα έξι (36). Στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται η υποχρέωση προσφοράς κοινού αριθμού δόσεων για όλους τους θεσμικούς πιστωτές.

στ) Αν ποσοστό 2,75% του θετικού καθαρού αποτελέσματος του οφειλέτη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων είναι μεγαλύτερο από τη συνολική αρχική μηνιαία δόση, όπως αυτή προκύπτει από τις περιπτ. α΄ έως ε΄, τότε η συνολική μηνιαία δόση αναπροσαρμόζεται, ώστε να ισούται με αυτό το ποσό. Το επιπλέον ποσό κατανέμεται συμμέτρως στους θεσμικούς πιστωτές, ανάλογα με την απαίτηση του καθενός, και ο αριθμός των δόσεων μειώνεται, ώστε το σύνολο της καθαρής παρούσας αξίας αυτών, λαμβανομένου υπόψη του επιτοκίου της περίπτ. δ΄, να ισούται με το σύνολο της οφειλής προς αυτούς, μειωμένης κατά τα ποσά της περίπτ. α΄. Για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της περίπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 3, που λήφθηκε υπόψη για την κατάφαση της βιωσιμότητας.

2. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης επιτρέπεται να υποβάλλουν προτάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 1. Επιπλέον, οφείλουν να ψηφίζουν υπέρ προτάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 1.

3. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δεν επιτρέπεται να υποβάλλουν προτάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών ή να ψηφίζουν υπέρ προτάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 1, αν η συνολική αξία της περιουσίας του οφειλέτη είναι τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) φορές μεγαλύτερη από τη συνολική οφειλή προς ρύθμιση.

.