ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Οικονομία και δημοκρατία στην Ευρώπη

ΣAΒΒΑΣ Γ. ΡΟΜΠΟΛΗΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Γ. ΜΠΕΤΣΗΣ
Οικονομία και δημοκρατία στην Ευρώπη - Κεντρική Εικόνα

Είναι πλέον φανερό ότι σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο η διαχείριση της κρίσης του μοντέλου της παγκοσμιοποίησης, της οικονομικής κρίσης και της κρίσης χρέους σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συντελείται σε πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς όρους συρρίκνωσης των δικαιωμάτων και διεύρυνσης των συνθηκών «αυταρχικής διακυβέρνησης» των θεσμών και των λειτουργιών της εκτελεστικής εξουσίας. Με άλλα λόγια, διαπιστώνεται με τον πιο εύληπτο τρόπο ότι η θεωρούμενη μετά το 2008 ως περίοδος κρίσης της παγκοσμιοποίησης (ανακοπή εξέλιξης του φαινομένου), συνυπάρχει με την ανάπτυξη αντιλήψεων προστατευτισμού και δημιουργίας πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών όρων από-εκδημοκρατισμού.

Η εξέλιξη αυτή προδιαγράφει στο μέλλον ότι η ανάπτυξη συνθηκών προστατευτισμού στην διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομία και όχι η εγκαθίδρυση του μοντέλου της διεθνοποίησης (ισότιμες σχέσεις μεταξύ των χωρών), θα ενισχύσει τον από-εκδημοκρατισμό, με την έννοια της διεύρυνσης των δυνάμεων του εθνοκεντρισμού, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και των ανισοτήτων. Από την άποψη αυτή, αποτελεί, μεταξύ των άλλων, χαρακτηριστική περίπτωση, η στρατηγική επιλογή αντιμετώπισης της ευρωπαϊκής κρίσης, με όρους μίας κατακερματισμένης και μη δημοκρατικής πολιτικής ύφεσης, λιτότητας, ανεργίας, αποεπένδυσης και φτωχοποίησης του πληθυσμού. Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι η εσωτερίκευση φυγόκεντρων τάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit) και η αναζωπύρωση αντιλήψεων και πολιτικών προστατευτισμού και δημιουργίας συνθηκών ενδοκρατικών (π.χ. Καταλωνία) και ενδοευρωπαϊκών αντιθέσεων (Βορράς-Νότος).

Στις συνθήκες αυτές το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η προοπτική μετάβασης στον αυτοματισμό, την ρομποτική, την τεχνητή νοημοσύνη, την νανοτεχνολογία, κ.λ.π., ως μέσου βελτίωσης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, της ευρωπαϊκής οικονομίας και των οικονομικών σχηματισμών των κρατών-μελών, θα συντελεσθεί με όρους εκδημοκρατισμού ή απο-δημοκρατισμού της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής των πολιτών και των εργαζομένων.

Η ολοκληρωμένη απάντηση του συγκεκριμένου ερωτήματος προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, την ιστορική αναφορά ότι η στρατηγική επιλογή της παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, συνδέθηκε με την εγκαθίδρυση συνθηκών από-δημοκρατισμού και συρρίκνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, με την έννοια ότι οι ασκούμενες πολιτικές επικεντρώθηκαν, κατά βάση, στην απασχολησιμότητα, τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης που αποκρύπτουν το πραγματικό υψηλό επίπεδο της ανεργίας, την απορρύθμιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τη συρρίκνωση του κράτους-πρόνοιας και γενικότερα την αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας.

Όμως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, η στρατηγική επιλογή της παγκοσμιοποίησης, σύμφωνα με την διακήρυξη των διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών, που ήταν η βελτίωση του επιπέδου παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας δεν επιτεύχθηκε, δεδομένου ότι, όπως αποδεικνύεται από τα διεθνή στατιστικά συγκριτικά στοιχεία, ο συντελεστής μείωσης του κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος με την εφαρμογή του κοινωνικού dumping, είναι πολλαπλάσια μικρότερος από τον αντίστοιχο, με την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών της ρομποτικής, του αυτοματισμού και της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγική διαδικασία. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με την έρευνα, η νέα τεχνολογία της ρομποτικής, των υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης, διευρύνει στην παραγωγική διαδικασία την αυτοματοποίηση και αυξάνει, ως εκ τούτου, το επίπεδο της παραγωγικότητας των παραγωγικών συντελεστών στις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα η ίδια ποσότητα των προϊόντων, που εμπεριέχει και την βελτίωση της ποιότητας τους, να παράγεται με λιγότερους εργαζόμενους.

Αυτός είναι και ο σημαντικότερος λόγος της αύξησης κατά 30% του επιπέδου παραγωγικότητας των επιχειρήσεων και της μείωσης του κόστους εργασίας κατά 18%-33% στην μεταποίηση, ο οποίος οδήγησε, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ρομποτικής, στην αύξηση του συνολικού αριθμού των βιομηχανικών ρομπότ κατά 11% το 2015 (1,6 εκατομ. ρομπότ) σε σχέση με το 2014, με προοπτική μέχρι το τέλος του 2019 ο συνολικός αριθμός ρομπότ στην διεθνή οικονομία να φθάσει στα 2,6 εκατομ.

Oι εξελίξεις αυτές προδιαγράφουν ότι η εισαγωγή των ρομπότ και των νέων τεχνολογιών αυτοματισμού στην παραγωγική διαδικασία, θα συντελεσθούν σε όρους από-δημοκρατισμού και συρρίκνωσης των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, δεδομένου της αύξησης της ανεργίας και της κάθε μορφής ευελιξίας, της μείωσης των μισθών και της διεύρυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων. Aντίθετα, η εγκαθίδρυση συνθηκών εκδημοκρατισμού και διεύρυνσης των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, κατά την περίοδο της μετάβασης της ευρωπαϊκής και διεθνούς οικονομίας στον αυτοματισμό και την ρομποτική προϋποθέτει, κατά βάση, την προετοιμασία οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας (McKinsey,2017) στην εβδομάδα των 32 ωρών και των 4 ημερών καθώς και του ελεύθερου χρόνου εκατομμυρίων πολιτών, δεδομένου της κατάργησης κατά 45% των σημερινών θέσεων εργασίας κατά τα επόμενα 20 χρόνια.

Διαφορετικά, οι επόμενες δύο δεκαετίες στην Ευρώπη θα καταγραφούν ως δεκαετίες « κοινωνικού πόνου και κοινωνικών αναταραχών», με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για την οικονομία και την δημοκρατία στην γηραιά ήπειρο.       

Των:

Σάββα Γ. Ρομπόλη

Ομότ. Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου

Βασίλειου Γ. Μπέτση

Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

   

.