ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Μακρόν θα κληθεί να επιλέξει πλευρά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΠΙΔΗΣ
Ο Μακρόν θα κληθεί να επιλέξει πλευρά - Κεντρική Εικόνα

Τα λόγια απέχουν από τις πράξεις, και η απόσταση αυτή γίνεται φανερή με εμφατικό τρόπο στην περίπτωση Μακρόν. Από τη μία πλευρά έχουμε μια σειρά δημόσιων τοποθετήσεων υπέρ της θεσμικής μεταρρύθμισης της ΕΕ και της Ευρωζώνης, και από την άλλη έχουμε στη Γαλλία την εφαρμογή μιας πολιτικής με στόχο την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, στα χνάρια της «Ατζέντας 2010» του Γερμανού σοσιαλιστή Σρέντερ, που με συνέπεια ακολούθησε στη συνέχεια η Καγκελάριος Μέρκελ.

Ο Μακρόν έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί τη Γαλλία και τη Γερμανία μαζί στο τιμόνι των ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων, στοχεύοντας σε ένα μοντέλο «πολλών ταχυτήτων», το οποίο όμως πρακτικά δεν μπορεί να εφαρμοσθεί.

Ήδη εδώ και μια δεκαετία η Ευρωζώνη έχει μπει σε φάση περιδίνησης, όπου η κοινωνική και περιφερειακή σύγκλιση έχουν αποδυναμωθεί αισθητά, η απο-επένδυση βαθαίνει το χάσμα μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου, και σημαντικό κομμάτι του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος βρίσκει καταφύγιο έκφρασης ή αντίδρασης σε λαϊκιστικές, ακροδεξιές δυνάμεις. Το είδαμε και πρόσφατα στη Γερμανία με το AfD, και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι δεν θα το ξαναδούμε σε επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις σε άλλα κράτη-μέλη.

Πολλές από τις προτάσεις Μακρόν για το μέλλον της Ευρώπης έχουν θετικό πρόσημο και θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σε κάποιο βαθμό τις συστημικές αδυναμίες του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου. Ωστόσο αυτές οι προτάσεις για να υλοποιηθούν απαιτούν συντονισμό με τη γερμανική ηγεσία, διακριτή ιδεολογική αναφορά, αλλά και ευρύτερη κοινωνική αποδοχή.

Ο συντονισμός με τη γερμανική ηγεσία είναι ένα ζήτημα, ειδικά στη περίπτωση που το Βερολίνο παραμείνει στην «σκληρή» γραμμή της προηγούμενης πενταετίας και δεν προχωρήσει σε αλλαγή στρατηγικής, ερχόμενη εγγύτερα στις γαλλικές προτάσεις. Επίσης καθοριστικής σημασίας θα είναι και το χρονοδιάγραμμα που θα τεθεί για την προώθηση και εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών προτάσεων, καθώς οι προτάσεις Μακρόν δεν μπορούν να έχουν ορίζοντα δεκαετίας, αλλά απαιτούν ένα πιο συγκεκριμένο και άμεσο χρονικό σχήμα.

Η διακριτή ιδεολογική αναφορά είναι επίσης ζητούμενο. Μπορεί ο Μακρόν να καλλιεργεί ένα προφίλ «μετα-πολιτικής» (post-politics) για τον ίδιο, όπου οι παραδοσιακοί ιδεολογικοί όροι δεν έχουν τη βαρύτητα του παρελθόντος, στην πραγματικότητα όμως, και έπειτα από την εμπειρία των συνεπειών των πολιτικών λιτότητας, οι ιδεολογικές αναφορές και αφετηρίες νοηματοδοτούνται εκ νέου και υπεισέρχονται δυναμικά στο δημόσιο λόγο και στην καθημερινή πολιτική πράξη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα δύο αντιμαχόμενων ιδεολογικά και πολιτικά πόλων είναι, από τη μία πλευρά το μοντέλο οικονομικής πολιτικής που έχει εφαρμόσει και επιβάλλει μέχρι τώρα η Γερμανία, και από την άλλη είναι οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν τις πολιτικές λιτότητας, αναγκάζονται να λειτουργούν μέσα σε ένα σφιχτό δημοσιονομικό πλαίσιο, αλλά παράλληλα δημιουργούν «ρωγμές» στην εφαρμογή του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης είναι η Πορτογαλία, όπου συγκυβερνούν σοσιαλιστές, αριστερά και κομμουνιστές, εφαρμόζεται μια αποδοτική οικονομική πολιτική, εντός του πλαισίου της δημοσιονομικής επιτήρησης που προβλέπει η Ευρωζώνη, αλλά και η Ελλάδα, με την κυβέρνηση να ευνοεί την προώθηση πάγιων κοινωνικών αιτημάτων, το «νοικοκύρεμα» των δημόσιων οικονομικών, και τη διαμόρφωση συνθηκών εξόδου από το οικονομικό και κοινωνικό τέλμα. Η Πορτογαλία βρίσκεται αρκετά βήματα πιο μπροστά, έχοντας λιγότερες προκλήσεις και «βάρη» σε σχέση με την Ελλάδα, με το πολιτικό μοντέλο διακυβέρνησης και τη στρατηγική της κυβέρνησης να διαμορφώνουν ένα θετικό παράδειγμα για το σύνολο των προοδευτικών δυνάμεων στην ΕΕ.

Ανάμεσα λοιπόν σε αυτούς τους δύο πόλους, σε αυτά τα δύο σχέδια και προγράμματα πολιτικής, η προσέγγιση Μακρόν αδυνατεί να ισορροπήσει επαρκώς ή ακόμα καλύτερα να στηρίξει ανοιχτά ένα από τα δύο, με κίνδυνο την υπονόμευση των ίδιων των προτάσεών του για τη θεσμική μεταρρύθμιση στην ΕΕ.

Αναφορικά, τέλος, με την κοινωνική αποδοχή, είναι γεγονός πως η μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών επιθυμεί την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας στην ΕΕ. Ένα τμήμα του εκλογικού επιλέγει την αποχή ως απάντηση στην απογοήτευση, ένα άλλο στηρίζει προοδευτικές δυνάμεις, και ένα τρίτο καταφεύγει στην ακροδεξιά.

Το δίλημμα λοιπόν για τον Μακρόν είναι να εμπνεύσει εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που επιθυμούν την αλλαγή, με συγκεκριμένο στόχο και πλάνο. Καλείται να το πράξει άμεσα, γιατί τα περιθώρια στενεύουν.

 

* Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός επιστήμονας και επικοινωνιολόγος.

 

 

.