ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

«Γρίφος» ο νέος εκλογικός νόμος

ΙΟΡΔAΝΗΣ ΧΑΣΑΠΟΠΟΥΛΟΣ
«Γρίφος» ο νέος εκλογικός νόμος - Κεντρική Εικόνα

Ήταν το 2003, όταν επί κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη, το υπουργικό συμβούλιο ψήφισε τότε ομόφωνα την εισήγηση του Κώστα Σκανδαλίδη για την καθιέρωση του μπόνους των 30 εδρών για το πρώτο κόμμα. Λίγα χρόνια μετά ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέβασε το μπόνους στις 50 έδρες και έτσι για πολλά χρόνια υπήρχε κυβερνητική σταθερότητα αφού τα ποσοστά των δυο μεγάλων κομμάτων ήταν μεν υψηλά, άλλα και το μπόνους έδινε στο πρώτο κόμμα άνετη πλειοψηφία.

Στα χρόνια του μνημονίου όμως τα πράγματα άλλαξαν. Τα μεγάλα ποσοστά των δυο πρώτων κομμάτων είναι πλέον παρελθόν και όσο υψηλό και αν είναι το μπόνους του εκλογικού νόμου πολύ δύσκολα, μπορούν να σχηματιστούν βιώσιμες κυβερνήσεις από ένα κόμμα. Και απαιτούνται πλέον συνεργασίες δυο η και περισσοτέρων κομμάτων.

Το Μέγαρο Μαξίμου ανοίγει τώρα το θέμα της αλλαγής εκλογικού νόμου, βολιδοσκοπώντας τους πολιτικούς αρχηγούς για τις προθέσεις τους, γιατί βλέπει ότι στις επόμενες εκλογές, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να σχηματιστεί βιώσιμη κυβέρνηση, όποιο και αν είναι το ποσοστό του πρώτου κόμματος. Βάζει στο τραπέζι και πάλι την παλιά πρόταση για μείωση του μπόνους από τους 50 στους 28 με 30 βουλευτές και αυτό να δίδεται είτε στο πρώτο κόμμα είτε σε συνασπισμό κομμάτων που θα συνεργαστεί για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Το όριο του 3% για την είσοδο στη Βουλή πολύ δύσκολα θα αλλάξει αφού δεν συμφωνούν αρκετά κόμματα, ενώ ανοιχτό παραμένει ακόμη το «σπάσιμο» των μεγάλων περιφερειών και η ψήφος στα 17. Ο γρίφος που καλείται να λύσει ο νομοθέτης κάθε φορά με τον εκλογικό νόμο είναι τώρα πιο δύσκολος: Οι αλλαγές στον εκλογικό νόμο θα οδηγήσουν σε σταθερές κυβερνήσεις ή η χώρα θα οδηγηθεί σε αστάθεια;

Μέτα από τρία μνημόνια, η πρακτική έχει δείξει ότι η χώρα χρειάζεται συνεργασία πολλών κομμάτων για να μπορέσει να πετύχει τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις άλλα και για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα που έχει ανάγκη η οικονομία. Όποια και αν είναι τα κίνητρα της αλλαγής του εκλογικού νόμου, στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση οδηγούμαστε σε κυβερνήσεις συνεργασίας τουλάχιστον τρων κομμάτων, αφού δεν θα αρκούν οι ψήφοι του πρώτου κόμματος και ενός άλλου μικρού, όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Γι' αυτό και ο νομοθέτης πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν του τον παράγοντα “ακυβερνησία”. Να μην οδηγηθεί δηλαδή η χώρα στο όνομα της απλής αναλογικής σε αστάθεια. Ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που η οικονομία για να ανακάμψει χρειάζεται σταθερότητα και επηρεάζεται άμεσα από τις πολιτικές εξελίξεις.

Σε πρακτικό επίπεδο έτσι όπως διαμορφώνεται το πολιτικό κλίμα και μελετώντας τις προτάσεις των κομμάτων φαίνεται ότι η ΝΔ δεν θα συναινέσει στις προτάσεις ΣΥΡΙΖΑ. ΤΟ ΚΚΕ και η Ένωση Κεντρώων ζητούν απλή αναλογική χωρίς μπόνους. Πιο διαλλακτικοί είναι το ΠΑΣΟΚ - Δημοκρατική Συμπαράταξη και το ΠΟΤΑΜΙ που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ζητούν να μην περικοπεί το μπόνους.

Αν λοιπόν το ΚΚΕ δεν συμφωνήσει στην αλλαγή εκλογικού νόμου και δεν ψηφίσει την κυβερνητική πρόταση τότε είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν οι 200 ψήφοι, που επιδιώκει ο πρωθυπουργός με δεδομένο ότι αρνητική θα είναι και η ψήφος των βουλευτών της ΝΔ. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ίσως χρειαστεί η ψήφος των Βουλευτών της Χρυσής Αυγής κάτι που δεν το επιθυμεί καθόλου το Μέγαρο Μαξίμου.