ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η λιτότητα στον πυρήνα της ευρωπαϊκής αποσύνθεσης

ΣAΒΒΑΣ Γ. ΡΟΜΠΟΛΗΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Γ. ΜΠΕΤΣΗΣ
Η Ευρώπη μετεξελίσσεται σε Δύση; - Κεντρική Εικόνα

Η ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗΣ

 

Των Σάββα Γ. Ρομπόλη

Ομότ.Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου

Βασίλειο Γ. Μπέτση

Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπισστημίου

 

Σήμερα η Ευρώπη, χωρίς αμφιβολία, ασφυκτιά οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά. Ωρισμένοι μάλιστα αναλυτές υποστηρίζουν ότι η ενιαία Ευρώπη ως στρατηγική επιλογή μακράς και στέρεας πνοής έχει αποτύχει, με την έννοια της ακύρωσης της προοπτικής της Ομοσπονδιοποίησης της καθώς και της πολιτικής και κοινωνικο-οικονομικής της ολοκλήρωσης. Κι΄αυτό γιατί στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ιδιαίτερα μετά τη σύσταση (1999) της ευρωζώνης, η Γερμανία ανέλαβε, άτυπα αλλά ουσιαστικά, τον ηγετικό ρόλο στην οικονομία, το ευρώ και το διεθνές εμπόριο, με αποτέλεσμα να ενταχθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) στις νέες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης με τους δικούς της όρους και προϋποθέσεις, θεωρώντας την Ε.Ε. ως ζωτικό χώρο της αναπτυξιακής της δυναμικής και όχι ως πεδίο ανάπτυξης της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Στην κατεύθυνση αυτή, εισήγαγε την θεσμοποίηση των πολιτικών λιτότητας στην Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), οι οποίες είχαν ήδη εφαρμοσθεί στην Γερμανία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, στο πλαίσιο του αναπτυξιακού παραδείγματος του ελεγχόμενου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ και των « σταθερών και ενάρετων οικονομικών κύκλων». Πράγματι, θεσμοθετήθηκε με το σχέδιο P. Harzt (πρόεδρος της Επιτροπής Μεταρρυθμίσεων στη δεύτερη κυβέρνηση Σρέντερ), η αύξηση των εισφορών με παράλληλη μείωση των συντάξεων και των κοινωνικών επιδομάτων (π.χ. μείωση της διάρκειας των επιδομάτων ανεργίας από 32 σε 12 μήνες), η ευελιξία της αγοράς εργασίας, ο περιορισμός της συνδικαλιστικής δράσης και της σημασίας των συλλογικών συμβάσεων εργασίας σε όφελος των επιχειρησιακών συμβάσεων, μέσω των συνθηκών κοινωνικού dumping που δημιουργήθηκαν στην γερμανική αγορά εργασίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης σχετικής έρευνας (Chr. Odental, 2017), στην Γερμανία δημιουργήθηκαν, κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, περισσότερες θέσεις εργασίας, χωρίς όμως ανάλογη αύξηση του επιπέδου των μισθών, θεωρώντας ότι “η ανάπτυξη της απασχόλησης στην Γερμανία είναι περισσότερο μύθος παρά θαύμα, από την στιγμή που ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι, δεδομένης και της υπερφορολόγησης των χαμηλόμισθων, αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας”. Η οικονομική κρίση και ύφεση του 2009 στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στις χώρες κρίσης χρέους της ευρωζώνης, όπου εφαρμόσθηκαν μέσω των Μνημονίων οι πολιτικές λιτότητας ως επιλογή διάσωσης των οικονομιών τους, ουσιαστικά υιοθέτησαν την εφαρμογή ενός «υπερτιμημένου ως προς τον αντίκτυπο προγράμματος» περιοριστικών δημοσιονομικών πολιτικών που υλοποιήθηκαν στην Γερμανία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Έτσι κατ΄αυτόν τον τρόπο δεν αναδείχθηκε στην επιφάνεια το γεγονός ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις ωφελήθηκαν περισσότερο σε όρους ανταγωνιστικότητας - κόστους εργασίας και λιγότερο σε όρους ανταγωνιστικότητας - τιμής, πράγμα που σημαίνει ότι με την αύξηση της κερδοφορίας τους από την μείωση της μισθολογικής και μη μισθολογικής δαπάνης, χρηματοδότησαν και χρηματοδοτούν τις επενδύσεις σε καινοτομία, υψηλή τεχνολογία, ρομποτική, αυτοματισμό και αγορά περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα είναι η παρατηρούμενη αύξηση της εξαγωγικής τους δραστηριότητας να συνοδεύεται από την διαμόρφωση ενός πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας της τάξης του 8% του ΑΕΠ, το οποίο, κατά βάση, οφείλεται (S.Wren - Lewis, 2017) στην περιορισμένη αύξηση των μισθών στην Γερμανία, γεγονός που αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής και της διεθνούς οικονομίας. Παράλληλα, το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας συνοδεύεται από την αύξηση της ευελιξίας και της ανασφάλειας της εργασίας (το 2002 οι εργαζόμενοι με μισθούς 400 - 450 ευρώ ανέρχονταν σε 4,1 εκατομ. και το 2005 είχαν αυξηθεί σε 5,1 εκατομ. υποκαθιστώντας σε σημαντικό βαθμό την πλήρη απασχόληση), την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, την αύξηση του αριθμού των φτωχών - εργαζομένων, των φτωχών συνταξιούχων και τη διατήρηση των ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών (Chr. Blot, κ.ά., 2015).Αντίθετα, ένα πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας της τάξης του 2,5% - 5,5% του ΑΕΠ (ΔΝΤ, 2017), θα αποτελεί μεσοπρόθεσμα μία εξισορροπημένη κατάσταση στην ευρωπαϊκή και την διεθνή οικονομία, με την έννοια της σχετικής αποκατάστασης των ανισορροπιών και των ανισοτήτων μέσω της αύξησης των μισθών και των δαπανών η οποία, στον βαθμό που την αφορά, θα επιφέρει αύξηση της ζήτησης και της παραγωγής στην Γερμανία αλλά και στην ευρωπαϊκή και την διεθνή οικονομία. Σε διαφορετική προοπτική, όπου η λιτότητα και η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στις χώρες κρίσης χρέους, θα συνεχίσουν, μέσω του συνδυασμού χαμηλών ρυθμών μεταβολής του ΑΕΠ με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, να αποτελούν τον πυρήνα των ευρωπαϊκών πολιτικών, εκτιμούμε ότι, κατά τα επόμενα χρόνια, ένα φάντασμα θα πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Κι’ αυτό θα είναι, μετά το Brexit και την άνοδο των εθνικιστικών δυνάμεων της στην Γαλλία και σε άλλες χώρες της Ένωσης, η ευρωπαϊκή αποσύνθεση μέσω της ανάπτυξης πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων εθνοκεντρισμού, ρατσισμού, διακρίσεων, κοινωνικού διχασμού και ξενοφοβίας, θρυμματισμού της κοινωνικής συνοχής και εκτεταμένης διάβρωσης της δημοκρατικής λειτουργίας. Κατά συνέπεια επιβάλλεται, για την αποδυνάμωση της δημιουργίας φυγόκεντρων δυνάμεων καθώς και άλλων αποχωρήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η συντελεσθείσα αλλαγή του γερμανικού μεταπολεμικού μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής (εξαγωγές, σταθερότητα των τιμών, κράτος - πρόνοιας, κοινωνική δημοκρατία) στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής (εξαγωγές, έλεγχος των μισθών, ευελιξία - ανασφάλεια της εργασίας, κοινωνικό dumping) από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, να ανακοπεί σε όφελος της κοινωνικής Ευρώπης, με περισσότερη εμβάνθυση και πολιτικο - οικονομική ενοποίηση και ολοκλήρωση, με αλλαγή, κατά βάση, των Ευρωπαϊκών Συνθηκών και αύξηση του Προϋπολογισμού της Ένωσης. Στην ιστορική αναγκαιότητα αυτής της κατεύθυνσης, η Ευρώπη και η Γερμανία δεν μπορούν να παραγνωρίσουν ότι « η κοινωνικο - οικονομική και πολιτική κατάσταση στη Γερμανία κατά την τελευταία δεκαετία του Μεσοπολέμου γεννήθηκαν κατευθείαν από την οικονομική ύφεση και το κοινωνικό της κόστος». Πράγματι, από την άποψη αυτή, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά, ο εθνικισμός και ο φασισμός βρήκε γόνιμο έδαφος στην ανεργία, την κοινωνική απελπισία και το τεράστιο χάσμα των κοινωνικών ανισοτήτων μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών.

.