ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας : το 2019 κρίσιμο κατώφλι.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛAΣ
Η σκοτεινή πλευρά της γερμανικής οικονομίας - Κεντρική Εικόνα

Η έξοδος στις ιδιωτικές χρηματοπιστωτικές αγορές και η αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεων της χώρας μέσω αυτών ,αποτελεί την κατάληξη του εν εξελίξει προγράμματος που έχει επιβληθεί στην ελληνική οικονομία. Ως γνωστόν, η αδυναμία της Ελλάδος να αναχρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις της το 2010, την οδήγησε να ενταχθεί στο γνωστό χρηματοδοτικό πρόγραμμα που συνοδεύτηκε από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και συνεχούς λιτότητας. Το τέλος του προγράμματος , Αύγουστος 2018, ουσιαστικά θα πρέπει να επαναφέρει την Ελλάδα σε θέση υπέρβασης αυτής της αδυναμίας. Μέχρι και το 2018 οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας, 21,5 δις ευρώ, είναι καλυμμένες με τους πόρους του προγράμματος , 13,4 δις ευρώ και τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, 15 δις ευρώ. (Δες Πίνακα 1). Επομένως μέχρι και το τέλος του 2018 οι χρηματοδοτικές ανάγκες τις χώρας είναι καλυμμένες.

 

 

Τα προβλήματα αρχίζουν από την χρηματοδότηση των αναγκών των έτος 2019. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία του Πίνακα 1, οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες ανέρχονται σε 28,3 δις ευρώ. Εξ’ αυτών , υπολογίζονται ότι τα 12,7 δις ευρώ θα καλυφθούν από τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου ενώ τα υπόλοιπα 15,6 δις ευρώ από την έκδοση μακροχρονίου χρέους (ομόλογα). Οι υπολογισμοί αυτοί προϋποθέτουν τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος 4,5 δις ευρώ (3,5% του ΑΕΠ), τα οποία θα καλύψουν την καταβολή των τόκων της περιόδου ύψους 5,1 δις ευρώ, έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις 0,4 δις ευρώ και την επιστροφή 0,3 δις ευρώ από την ΕΚΤ (πρόγραμμα SMP/ANFA).

Πρόκειται για όχι ευκαταφρόνητο ποσό για μια χώρα που απουσιάζει πάνω από εφτά χρόνια από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η προγραμματισμένη και βαθμιαία έξοδος στις αγορές από το 2017, συνεπώς αποβλέπει, στην κάλυψη των αναγκών του έτους 2019. Το ύψος του επιτοκίου που θα απαιτήσουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές επίσης αποτελεί βασικό συντελεστή μιας αξιοπρεπούς και αποτελεσματικής εξόδου.

Η Πορτογαλία βγήκε από το Πρόγραμμα το Μάιο του 2014 έχοντας ήδη αποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την πρόσβασή της στις αγορές. Για παράδειγμα, τον Οκτώβριο του 2012 κατάφερε να μετατρέψει ένα ομόλογο €3,76 δισ. που έληγε τον Σεπτέμβριο του 2013 (με απόδοση 3,1%) σε 3-ετές ομόλογο με λήξη τον Οκτώβριο του 2015 (με απόδοση 5,12%). Ακολούθως, τον Ιανουάριο του 2013, βγήκε στις μακροπρόθεσμες αγορές για πρώτη φορά, αυξάνοντας το ποσό κατά €2,5 δισ. ενός ομολόγου ύψους €6 δισ., που έληγε το 2017, με κόστος κάτω του 5%. Όμως το ομόλογο που αντικατέστησε με το νέο που έφερε υψηλότερο επιτόκιο είχε εκδοθεί πριν την ένταξή της στο μνημονιακό πρόγραμμα. Η Ελλάδα εξήλθε στις αγορές , εν μέσω μνημονιακού προγράμματος, με απόδοση του πενταετούς ομολόγου 4,95% κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό. Η απόδοση του ελληνικού ομολόγου του 2014 αντανακλούσε κατά βάση σωστότερα τις συνθήκες που επικρατούσαν στην ελληνική οικονομία. Σήμερα , μετά τρία χρόνια, η ελληνική οικονομία βρίσκεται μακροοικονομικά περίπου στο ίδιο επίπεδο με το 2014, ενώ έχει χειροτερεύσει αναφορικά με άλλες οικονομικές μεταβλητές (Μη αποτελεσματικά δάνεια, φορολογικοί συντελεστές, αμοιβές εργασίας κ.τ.λ) ενώ το οικονομικό περιβάλλον της ευρωζώνης είναι σαφώς καλλίτερο. Επίσης η «διάθεση» των χρηματοπιστωτικών αγορών είναι περισσότερο ευνοϊκή για ζήτηση ομολόγων με υψηλή απόδοση και κίνδυνο χώρας της ευρωζώνης.

Όμως όλα αυτά έχουν μικρή σημασία, αν η Ελλάδα δεν καταφέρει να συνεχίσει προγραμματισμένα την έξοδό της στις χρηματοπιστωτικές αγορές κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη συνεχή μεγέθυνση της οικονομίας της και την παράλληλη απομείωση του δημοσίου χρέους.

 

 

.