ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ανασυγκρότηση ή μετάλλαξη της ελληνικής οικονομίας;

ΣAΒΒΑΣ Γ. ΡΟΜΠΟΛΗΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Γ. ΜΠΕΤΣΗΣ
Οικονομία και δημοκρατία στην Ευρώπη - Κεντρική Εικόνα

                                                                                           

Η οικονομική και κοινωνική πολιτική που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια (2010-2017) στην χώρα μας, είναι, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, μία πολιτική καθίζησης των παραγωγικών-αναπτυξιακών δυνατοτήτων, παρατεταμένης υψηλής ανεργίας, συρρίκνωσης του κράτους-πρόνοιας, ανησυχητικού (υπονόμευση της  κοινωνικής συνοχής) περιορισμού των εισοδημάτων, των συντάξεων και των κοινωνικών δαπανών. Έτσι σήμερα, η Ελλάδα κινδυνεύει  τόσο στο πλαίσιο των Μνημονίων, όσο και στο πλαίσιο της στρατηγικής των πολλαπλών ταχυτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποκτήσει ένα αδρανοποιημένο και ανίκανο παραγωγικό και κοινωνικό σύστημα, προκειμένου να απορροφήσει το επίπεδο της ανεργίας και να ικανοποιήσει τις διευρυμένες  κοινωνικές ανάγκες του πληθυσμού.

Η παρατήρηση αυτή αναδεικνύει με τον πιο εύληπτο τρόπο ότι ενώ θα μπορούσε, κατά την περίοδο 2010-2020, να εφαρμοσθεί στην Ελλάδα μία οικονομική και αναπτυξιακή πολιτική σταθεροποίησης, αποκατάστασης των ανισορροπιών και σταδιακής απαλλαγής της ελληνικής οικονομίας από τα δίδυμα ελλείμματα (Κρατικός Προϋπολογισμός-Δημόσια Ελλείμματα και Εμπορικό Ισοζύγιο-Έλλειμμα Ανταγωνιστικότητας), εντούτοις εφαρμόστηκαν από τις ελληνικές κυβερνήσεις πολιτικές εμπνεόμενες από τη Σχολή του Σικάγου και των διεθνών οργανισμών ( Δ.Ν.Τ.,Ε.Κ.Τ., Ευρωπαϊκή Επιτροπή), οι οποίες οδήγησαν και οδηγούν στην αποδιάρθρωση   της  ελληνικής  οικονομίας  και στην αποσύνθεση του κράτους-πρόνοιας. Με άλλα λόγια, το πεδίο αναφοράς των τριών Μνημονίων της ασκούμενης πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, ήταν και είναι η «εξυγίανση» των δημόσιων οικονομικών και η παραγωγική αποδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετα, θεωρώντας  ότι η ασκούμενη πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα δεν ήταν και δεν  είναι μονόδρομος, σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικής μελέτης μας, η εφαρμογή πολιτικών σταθεροποίησης και αποκατάστασης των ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας, θα σημείωνε σωρευτική μείωση  του ΑΕΠ(2010-2016) 12%(211,1δις ευρώ ΑΕΠ το 2016), αντί της μείωσης του 26,1%(175,5 δις ευρώ ΑΕΠ το 2016),η ανεργία δεν θα ξεπερνούσε, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, το 15%, αντί της αύξησης στο 28,5%.

Παράλληλα, ο δείκτης δαπανών συντάξεων προς ΑΕΠ, με την υλοποίηση μέτρων  εξορθολογισμού  του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και την μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης (κύριας και επικουρικής σύνταξης) κατά 10% αντί του 35%(2010-2016), θα διαμορφωνόταν από 13,5% του ΑΕΠ το 2010 σε 15,2% του ΑΕΠ το 2016, αντί του 17,1% του ΑΕΠ, επιτυγχάνοντας, ακόμη και το ανώτερο επίπεδο(16%) των δαπανών των συντάξεων προς το ΑΕΠ, που έχουν επιβάλλει οι δανειστές, χωρίς τις  επιβαλλόμενες  για το μέλλον σημαντικές  μειώσεις  των συντάξεων. Επίσης, εκτός από την αύξηση της ανεργίας και τις σημαντικές απώλειες(-26,1%) που σημειώθηκαν στο επίπεδο του ΑΕΠ, παρατηρήθηκαν (2010-2016) σοβαρές απώλειες στον αριθμό των απασχολουμένων(-13%), στην εγχώρια ζήτηση(-23%), στην αγοραστική δύναμη των μισθωτών(-26%), στην παραγωγικότητα της εργασίας(-6,5%), στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος(-18%), στις επενδύσεις(-26%) καθώς και στη συνολική καταναλωτική δαπάνη(-27%), η οποία, κατά την προ-κρίση περίοδο, αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα της εξέλιξης της ελληνικής οικονομίας. Κατά συνέπεια, στις σημερινές συνθήκες της ύφεσης και των σημαντικών απωλειών της ελληνικής οικονομίας από τις ασκούμενες πολιτικές λιτότητας των τριών Μνημονίων, το ζητούμενο για την χώρα μας εστιάζεται, κατά βάση, στον αναπτυξιακό προσανατολισμό και την ανασυγκρότηση του οικονομικού και κοινωνικού σχηματισμού. Παράλληλα, στο πλαίσιο της στρατηγικής των πολλαπλών ταχυτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ελληνική οικονομία τοποθετείται ως χώρα επενδυτικών ευκαιριών του διεθνούς και ευρωπαϊκού κεφαλαίου ή ως χώρα ανασυγκρότησης της παραγωγικής της διαδικασίας και αναβάθμισης της θέσης της στον νέο ευρωπαϊκό και διεθνή καταμερισμό εργασίας? Από την άποψη αυτή, θεωρούμε ότι η μόνη ολοκληρωμένη και  κυρίως δίκαιη και κοινωνικο-οικονομικά ισορροπημένη στρατηγική επιλογή της ελληνικής οικονομίας, αποτελεί η αναβάθμιση της θέσης της στον νέο καταμερισμό εργασίας, κυρίως, μεταξύ των άλλων, με την βελτίωση των αναπτυξιακών και κοινωνικών υποδομών, την αύξηση των επενδύσεων, την υλοποίηση μίας σύγχρονης αγροτικής, βιομηχανικής και τεχνολογικής πολιτικής, την αναβάθμιση του εργατικού δυναμικού και του κράτους-πρόνοιας. Όμως, η αξιολόγηση αυτής της προοπτικής, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «ο παραγωγικός-αναπτυξιακός μονόδρομος» ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας ,επικεντρώνεται στις επενδύσεις και στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών.

Στην κατεύθυνση αυτή, η βραχυπρόθεσμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας,  απαιτείται να βασιστεί στην αύξηση  της κατανάλωσης (ακύρωση των περικοπών σε μισθούς-συντάξεις και των αυξήσεων της άμεσης-έμμεσης φορολογίας, κ.λ.π.), η οποία, εξαιτίας της παραγωγικής καθίζησης, θα προσανατολισθεί  βραχυπρόθεσμα  στις  εισαγωγές, υπονομεύοντας, ως ένα βαθμό, την αποκατάσταση των ανισορροπιών του εξωτερικού ισοζυγίου. Την λύση της υπονόμευσης αυτής, θα την δώσουν ,σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο, οι πολλαπλασιαστικές αποδόσεις του συνολικού παραγωγικού-αναπτυξιακού μετασχηματισμού (εθνικό, περιφερειακό, τοπικό επίπεδο) της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος θα βασίζεται στην παραγωγική-τεχνολογική ανασυγκρότηση του αγροτικού και του μεταποιητικού τομέα παραγωγής, με την ανάδειξη και ενίσχυση των ηγετικών κλάδων παραγωγής (νέων και παραδοσιακών), οι οποίοι θα επιφορτισθούν την διεύρυνση του μεριδίου(0,3% το 2015, όσο ήταν το 1995) της αγοράς των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών στο διεθνές εμπόριο. Από την άποψη αυτή, αξίζει να σημειωθεί η ασκούμενη σήμερα οικονομική πολιτική στην Πορτογαλία, η οποία μετατοπίζεται από τα οικονομικά της προσφοράς στα οικονομικά της ζήτησης και από την μικρο-οικονομική στην μακρο-οικονομική πολιτική. Στην κατεύθυνση αυτή, « το σημαντικότερο και αποτελεσματικότερο μέτρο στην Πορτογαλία είναι η σταθεροποίηση των δημοσίων δαπανών και η ακύρωση των περικοπών στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και στις συντάξεις», με αποτέλεσμα να αυξηθεί η κατανάλωση. Παράλληλα, σε επίπεδο παραγωγικής-τεχνολογικής ανασυγκρότησης της πραγματικής οικονομίας, με στόχο την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών, η Πορτογαλία επέλεξε ως ηγετικούς κλάδους,  παραδοσιακούς, κατά βάση, κλάδους της οικονομίας της, όπως: την κλωστοϋφαντουργία, την υποδηματοποιία, τον αγροτικό τομέα και τον τουρισμό.

Έτσι,  η  πορτογαλική  οικονομία  αξιοποιώντας τις πολλαπλασιαστικές  αποδόσεις και τις διακλαδικές παραγωγικές-τεχνολογικές διασυνδέσεις, το 2016 βελτίωσε το επίπεδο της διαρθρωτικής της ανταγωνιστικότητας και ως εκ τούτου το εμπορικό της ισοζύγιο. Παράλληλα, το ίδιο έτος η ανάκαμψη της πορτογαλικής οικονομίας συνέβαλε στην μείωση του δημοσίου ελλείμματος στο επίπεδο του 2,1% του ΑΕΠ και στην δημιουργία 100.000 νέων θέσεων εργασίας. Όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι στην πορεία αυτή ανάπτυξης της πορτογαλικής οικονομίας, το «χαμηλό επίπεδο των επενδύσεων και των κεφαλαιουχικών δαπανών», αποτελούν  τους σοβαρούς  ανασταλτικούς  παράγοντες της πορτογαλικής ανάκαμψης. Το ίδιο και στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, ακόμη και εάν υιοθετηθούν, τηρουμένων των αναλογιών και των διαφοροποιήσεων, η αντίληψη και το μείγμα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της Πορτογαλίας, καθώς και οι άξονες της παραγωγικής-κλαδικής-τεχνολογικής της ανασυγκρότησης, το έλλειμμα(270 δις ευρώ,PwC,2017) χρηματοδότησης των επενδυτικών αναγκών, κατά την επόμενη πενταετία, υπονομεύουν  τις συνθήκες μίας αξιοσημείωτης και διατηρήσιμης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, το διαχρονικά χαμηλό επίπεδο  του  ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ(1%) κατά μέσο όρο την περίοδο 1981-2016 και κυρίως του χαμηλού επιπέδου(6%) κατά μέσο όρο, των ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα, επιφορτίζουν ιστορικά τόσο  την δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης, όσο και κυρίως, την σημασία των  εγχώριων πηγών  χρηματοδότησης.

Επιπλέον, η παρατεταμένη ύφεση και η πιστωτική ανεπάρκεια στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 2008-2016, έχουν συμβάλλει στην απομείωση του 64% των επενδύσεων στην ελληνική οικονομία, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα πρόσφατα(2016) στατιστικά στοιχεία (ΑMECO 2017), η χώρα μας να παρουσιάζει το χαμηλότερο επίπεδο(11,7% του ΑΕΠ) επενδύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση(19,8% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο). Επίσης, τα πρωτογενή πλεονάσματα παραμένοντας σε υψηλά επίπεδα(3,5% του ΑΕΠ) μέχρι το 2022 και 2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060, σε συνδυασμό με τους όρους και τις προϋποθέσεις  ελάφρυνσης του χρέους, οι οποίες κατά την άποψη των δανειστών  «δεν υπάρχουν ακόμη και  θα υπάρξουν  όταν η Ελλάδα καταστήσει σαφές ότι μπορεί να λειτουργήσει  μόνη της, όχι μόνο με δημοσιονομικά κριτήρια αλλά και με κριτήρια εκσυγχρονισμού  του δημόσιου τομέα και  καταπολέμησης  της διαφθοράς» , προδιαγράφουν μία νέα μακρά περίοδο δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Πράγματι, οι περιοριστικοί  όροι ελάφρυνσης του χρέους,  σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο της εγχώριας αποταμίευσης και του ελλείμματος χρηματοδότησης από τις ελληνικές τράπεζες (αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων), οδηγούν, διαμέσου του χαμηλού επιπέδου των επενδύσεων, στον κίνδυνο της μεσο-μακροπρόθεσμης αναιμικής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για την βιωσιμότητα της ανάπτυξης, την ουσιαστική αντιμετώπιση της ανεργίας και την επαρκή χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Στις συνθήκες αυτές καθώς και στις επαπειλούμενες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, οι δανειστές, διαμέσου των τριών Μνημονίων και σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή επιλογή των πολλαπλών ταχυτήτων και τον επικείμενο ευρωαντλαντικό προσανατολισμό των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, οδηγούν την ελληνική οικονομία  στην  παραγωγική  και κοινωνική αποσύγκλιση  από την Ευρώπη και  την  αντίστοιχη  σύγκλιση με τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο (Βαλκάνια) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην κατεύθυνση αυτή, βασικός μοχλός της μετάλλαξης και της προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας  στα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα, θα είναι η δημιουργία διακρατικών-διαβαλκανικών-διακλαδικών διασυνδέσεων και δικτύων(clusters-ολοκληρωμένα συμπλέγματα δραστηριοτήτων και δικτύων), συνδεδεμένων υπεργολαβικά σε όρους παραγωγής και  τεχνολογίας με τις ανάγκες των επιχειρήσεων των ανεπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο αυτό, η άμεση προτεραιότητα και επιτακτική ανάγκη για την χώρα μας, είναι η εκπόνηση και η υλοποίηση  ενός ολοκληρωμένου σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανασύστασης του κράτους-πρόνοιας, με την στήριξη όλων των πολιτικών, κοινωνικών και επιστημονικών  δυνάμεων. Σε διαφορετική περίπτωση, η επικράτηση του βαλκανικού σχεδίου θα επιφέρει την βαλκανιοποίηση της ελληνικής οικονομίας (αναιμική- άνεργη ανάκαμψη, μετανάστευση) και κοινωνίας (φτωχοποίηση-μέσο επίπεδο της κύριας σύνταξης 620 ευρώ μεικτά και της επικουρικής σύνταξης 144 ευρώ μεικτά το 2021), με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού. 

Των  

Σάββα Γ.Ρομπόλη,  Ομότ.Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου και Βασίλειου Γ.Μπέτση, Υποψ.Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

.