ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η Γερμανία εμπνέει τον E. Macron στα εργασιακά;

ΣAΒΒΑΣ Γ. ΡΟΜΠΟΛΗΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Γ. ΜΠΕΤΣΗΣ
Η Γερμανία εμπνέει τον E. Macron στα εργασιακά; - Κεντρική Εικόνα

Ο νέος πρόεδρος της Γαλλικής  Δημοκρατίας  Ε.Μacron  και η κυβέρνηση του, εξήγγειλαν ότι τον προσεχή Σεπτέμβριο θα  καλέσουν  τους  κοινωνικούς  συνομιλητές ( συνδικάτα  εργαζομένων  και  εργοδοτών), προκειμένου  να  συζητήσουν την  πρόταση  «μεταρρύθμισης» της  αγοράς  εργασίας  και  των   εργασιακών  σχέσεων της  Γαλλικής  κυβέρνησης. Όμως,  το  πρόσφατο  ιστορικό   παρελθόν (κυβέρνηση F.Hollande) των συντελούμενων  αλλαγών,   προδιαγράφει, σε  μεγάλο  βαθμό, τον  προσανατολισμό «απορρύθμισης» της   γαλλικής  αγοράς  εργασίας  που θα ακολουθήσουν οι αλλαγές της κυβέρνησης του Ε. Macron.  H   εκτίμηση  αυτή  βασίζεται  στην  αναφορά  του  E.Macron  ότι  η  ενδεχόμενη  άρνηση  των  κοινωνικών  συνομιλητών  θα τον  οδηγήσει  στην  έκδοση  Προεδρικών  Διαταγμάτων, θεωρώντας τις  προτεινόμενες αλλαγές, κατά  προτεραιότητα «μεταρρυθμιστική»  αναγκαιότητα   για  την ανασυγκρότηση  της  γαλλικής  οικονομίας. Όμως,  αξίζει  να    σημειωθεί  ότι  η  στρατηγική «σταθεροποίηση  της  οικονομίας  με  αποσταθεροποίηση  της  εργασίας»  στην  Ευρωπαϊκή  Ένωση, εφαρμόστηκε από την δεκαετία του 1970  στην Μ. Βρετανία  (κυβέρνηση Μ.Thatcher) και κατά την δεκαετία του 2000(κυβέρνηση G.Schroder),  στην Γερμανία.  Πράγματι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 στην Γερμανία (πέντε χρόνια μετά την ένωση της χώρας), στο πλαίσιο ενός αναπτυξιακού παραδείγματος ελεγχόμενου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, με στόχο την επίτευξη «σταθερών  και  ενάρετων  μακροχρόνιων  οικονομικών  κύκλων», παρατηρείται  σταδιακή  αύξηση  των  εισφορών  παράλληλα  με  την  μείωση  των  συντάξεων  καθώς  τη  θεσμοθέτηση  της  ευελιξίας, σε ποσοτικό  και  ποιοτικό  επίπεδο, της  αγοράς  εργασίας (Νόμος  Hartz), με  αποτέλεσμα, μεταξύ  των  άλλων,  τον  περιορισμό  της  σημασίας  των  συλλογικών  συμβάσεων εργασίας  και  της  συνδικαλιστικής  δράσης,  μέσω  των  συνθηκών  κοινωνικού  dumping   που  δημιουργήθηκαν  στην  γερμανική  αγορά  εργασίας.

 Ετσι,  οι  γερμανικές  επιχειρήσεις  ωφελήθηκαν  περισσότερο  σε  όρους  ανταγωνιστικότητας-κόστους  εργασίας  και  λιγότερο  σε  όρους  ανταγωνιστικότητας-τιμής, γεγονός  που  σημαίνει  ότι με  την  αύξηση  της  κερδοφορίας   τους  από  την  μείωση  της  μισθολογικής  και  της  κοινωνικής  δαπάνης  χρηματοδότησαν  τις  επενδύσεις  σε  καινοτομία, ρομποτική, αυτοματισμό  και  υψηλή  τεχνολογία. Το  αποτέλεσμα  είναι  η  παρατηρούμενη  αύξηση  της  εξαγωγικής τους  δραστηριότητας  και των πλεονασμάτων στο εμπορικό ισοζύγιο, να  συνοδεύεται  από  την  αύξηση  της  ευελιξίας  και της  ανασφάλειας  της  εργασίας, την  αύξηση  των  κοινωνικών  ανισοτήτων, την  αύξηση  του  αριθμού  των  φτωχών-εργαζομένων, των φτωχών  συνταξιούχων  καθώς  και  των   ανισοτήτων  μεταξύ  ανδρών-γυναικών. Aξίζει  να  σημειωθεί  ότι  στις  αρχές  του  2000  το  επιχείρημα  που  αναπτύχθηκε  στην  Γερμανία  ήταν  ότι  η  ένωση  των  δύο  οικονομικών  σχηματισμών (Ανατολικός-Δυτικός), δεν  απέδωσε  εξισορροπητικά  κατά  την περίοδο 1990-2000. Κι’ αυτό  γιατί,  όπως  υποστηρίχθηκε,  η  επέκταση  των  συλλογικών  συμβάσεων  εργασίας  στο  ανατολικό τμήμα  συνέβαλε  στην  αύξηση  του  κόστους  εργασίας, στην  αύξηση  της  ανεργίας, στην  μετανάστευση από το ανατολικό  στο  δυτικό  τμήμα  καθώς  και  στην  αποδυνάμωση  της  διεθνούς  ανταγωνιστικότητας, δεδομένου  ότι  οι  ρυθμοί  τεχνολογικής  και  παραγωγικής  ανασυγκρότησης  του  ανατολικού  οικονομικού  σχηματισμού  ήταν  αναιμικοί  και  εξασθενημένοι. Σ’ αυτό  το  οικονομικό  και  κοινωνικό  περιβάλλον,  τα  συνδικάτα  των  εργαζομένων  και  των  εργοδοτών,  στο πλαίσιο  των  συλλογικών  διαπραγματεύσεων  αυτής  της  περιόδου,  αποφασίζουν  την  εφαρμογή  μίας  πολιτικής  συγκράτησης  των  μισθών στην Γερμανία. Οι κλαδικές συμβάσεις  εργασίας  δεν εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου, όταν   οι  εργοδότες τους δεν είναι μέλη του  εργοδοτικού  συνδικάτου. Η  κατά τον νόμο αυτή παρέκκλιση  στην Γερμανία, που δεν ισχύει  μέχρι σήμερα στην Γαλλία  καθώς και στην προ-μνημονιακή  Ελλάδα, ουσιαστικά αποδυναμώνει τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεδομένου ότι τα  υποκατάστατα τους ,δηλαδή οι επιχειρησιακές και ατομικές συμβάσεις εργασίας απομακρύνονται, μεταξύ των άλλων, από την πλήρη κάλυψη  των  εργαζομένων  του  κλάδου καθώς  και  από  την  υποχρέωση να μη παραβιάζουν το επίπεδο του κατώτερου  μισθού. Στις  συνθήκες αυτές στην Γερμανία καλύπτεται το 40% των μισθωτών από  τις συλλογικές συμβάσεις  εργασίας,  ενώ  στην Γαλλία  καλύπτεται το 90% των μισθωτών και στην Ε.Ε-28 η κάλυψη  αντιστοιχεί   κατά μέσο όρο στο 60% των μισθωτών. Παράλληλα, στην Γαλλία, όπως στην προ-μνημονιακή Ελλάδα, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αντανακλούν τον εθνικό κατώτατο μισθό  καθώς  και θεσμικές διατάξεις ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Το ίδιο και με την έκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης , η Γερμανία βρίσκεται στο πάνω από το 25% των μισθωτών (Ε.Ε-28, 20%), ενώ  η Γαλλία βρίσκεται στο 19% των μισθωτών. Παράλληλα, αναφορικά  με την ασφάλιση ανεργίας, η  κυβέρνηση του E.Macron ανακοίνωσε την «μεταρρύθμιση» του σημερινού καθεστώτος ,με την αυστηροποίηση των  όρων και προϋποθέσεων  χορήγησης  και  περιορισμού του επιδόματος ανεργίας.  Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η κυβέρνηση του E.Macron,  στο πλαίσιο της  ευρωπαϊκής στρατηγικής των πολλαπλών ταχυτήτων,  ακολουθήσει το μοντέλο του  «κοινωνικού δυϊσμού»  με αποσταθεροποίηση της εργασίας ,που έχει εγκαθιδρυθεί στην Γερμανία από τις αρχές του 2000 ή  θα ενδυναμώσει στην Γαλλία και κατ’ επέκταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με όρους  τεχνολογίας, παραγωγής και  σταθεροποίησης της εργασίας ,  το μοντέλο  «της ευρωπαϊκής  κοινωνικής συνοχής», περιθωριοποιώντας   αυτό  του «δυϊσμού των ανισοτήτων» που, όπως προκύπτει από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, τροφοδοτεί  τις δυνάμεις του εθνοκεντρισμού, του ρατσισμού, της  ξενοφοβίας, των διακρίσεων και του κοινωνικού διχασμού.       

     Των  Σάββα  Γ. Ρομπόλη

     Ομότ. Καθηγητή  Παντείου  Πανεπιστημίου

     Βασίλειο Γ. Μπέτση

    Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

                   

.