ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ανεργία και απασχόληση

ΣAΒΒΑΣ Γ. ΡΟΜΠΟΛΗΣ
Ανασυγκρότηση ή μετάλλαξη της ελληνικής οικονομίας;  - Κεντρική Εικόνα

                                                                                                                                   

 

Η βαθμιαία αύξηση της ανεργίας σε διεθνές επίπεδο, ανέδειξε σοβαρές διαφοροποιήσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στον θεωρητικό και εννοιολογικό προβληματισμό στο εσωτερικό των αντιλήψεων της οικονομικής θεωρίας και ειδικότερα των οικονομικών της εργασίας μεταξύ των οικονομολόγων, τόσο αναφορικά με τις αιτίες, όσο και αναφορικά με την αντιμετώπιση του φαινομένου. Η νεοκλασσική θεωρία υποστηρίζει την αντίληψη και τις πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας από την πλευρά της προσφοράς, η κεϋνσιανή θεωρία υποστηρίζει την πλευρά της ζήτησης και η ετερόδοξη οικονομική θεωρία (σχολή της ρύθμισης, μετα-κεϋνσιανή θεώρηση) υποστηρίζει την αντίληψη της ευθύνης της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής  για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Όμως στη σχετική βιβλιογραφία αυτής της περιόδου, κάτω από την επίδραση των μονεταριστικών και νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων, διαφοροποιείται το εννοιολογικό και θεωρητικό περιεχόμενο του επιστημονικού προβληματισμού, αρχής γενομένης  από  την έννοια της εργασίας ( από δημιουργική σε επαγγελματική δραστηριότητα του ανθρώπου) και στη συνέχεια των ασκούμενων πολιτικών, προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης  και της ευελιξίας  της αγοράς εργασίας   με την αποκέντρωση των συλλογικών συμβάσεων  εργασίας ( επιχειρησιακές και ατομικές συμβάσεις εργασίας), της ευελιξίας των μορφών απασχόλησης με την χρονική και όχι μόνο κατάτμηση των θέσεων εργασίας και της απελευθέρωσης γενικότερα της οικονομίας  με την θεσμική  και λειτουργική έξαρση του ρόλου των αγορών προϊόντων-υπηρεσιών, κεφαλαίου και εργασίας.

Πιο συγκεκριμένα, η εξειδίκευση αυτής της θεωρητικής αφετηρίας, κατέληξε στο πεδίο της αγοράς εργασίας και των μορφών  απασχόλησης  από το 1990 μέχρι σήμερα, στην επικράτηση της έννοιας και των ασκούμενων πολιτικών της flexicurity, της flexicurite,της  απασχολησιμότητας  και της ευασφάλειας, δηλαδή  της ευελιξίας  της απασχόλησης με ασφάλεια των εργαζομένων. Όμως, τόσο σε εννοιολογικό και θεωρητικό, όσο και σε πολιτικό και πρακτικό επίπεδο, καθόλη αυτή την περίοδο εφαρμογής των κάθε μορφής ευελιξιών αναδείχθηκε το αντιφατικό ερώτημα: Με ποιο τρόπο η ευελιξία, δηλαδή η ανασφάλεια της απασχόλησης συνδέεται με την ασφάλεια των ευέλικτα εργαζομένων? Στο ερώτημα αυτό  δεν έχει απαντήσει με επιστημονική επάρκεια και κοινωνικο-πολιτική τεκμηρίωση και απόδειξη  η κυρίαρχη άποψη της ασκούμενης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Αντίθετα, η ευελιξία, δηλαδή η ανασφάλεια της απασχόλησης, όπως αναδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, ασκεί, μεταξύ των άλλων, μία σοβαρή πίεση στους ανέργους και ιδιαίτερα στους νέους, να αποδεχθούν ως γέφυρα μετάβασης στην είσοδο τους στην αγορά εργασίας  την βραχυχρόνιας διάρκειας ευέλικτη απασχόληση, η οποία όμως στην πράξη της λειτουργίας της αγοράς εργασίας μετεξελίσσεται σε μόνιμης διάρκειας  ευέλικτη, χαμηλά αμειβόμενη, αδήλωτη και ανασφάλιστη  απασχόληση. Από την άποψη αυτή, αξίζει να σημειωθεί ότι η ευελιξία της απασχόλησης και γενικότερα της αγοράς εργασίας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και ύφεσης, κάτω από την επίδραση των μονεταριστικών και των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων, συμβάλλουν, εκτός των άλλων, τόσο στην αύξηση, όσο και στην αλλαγή του χαρακτήρα της ανεργίας, από συγκυριακή σε διαρθρωτική ανεργία.

Όμως παρά αυτές τις δυσμενείς εξελίξεις, οι υποστηρικτές της σχολής Friedman (π.χ.Δ.Ν.Τ.), υποστηρίζουν, λανθασμένα κατά την άποψη μας, ότι οι αυξητικές και διαρθρωτικές αυτές εξελίξεις συμβαίνουν  επειδή για παράδειγμα στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και η έκταση της ευελιξίας της απασχόλησης βρίσκονται ακόμη σε περιορισμένο επίπεδο, με αποτέλεσμα, κατά την λανθασμένη άποψη τους, να μην βελτιώνεται το επίπεδο ανταγωνιστικότητας και να μην μειώνεται το επίπεδο της ανεργίας και ιδιαίτερα το επίπεδο της  ανεργίας των νέων. Αντίθετα, παραγνωρίζουν συστηματικά, ιδιαίτερα κατά την περίοδο υλοποίησης των πολιτικών των «Οικονομικών των Μνημονίων» σε χώρες της ευρωζώνης, τα αποτελέσματα της έρευνας σύμφωνα με τα οποία τα πραγματικά επίπεδα της ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 15% (ΕΚΤ) και όχι 10,5% (Eurostat) και στην Ελλάδα είναι 29% ( ΙΝΕ) και όχι 23% (ΕΛΣΤΑΤ), τα οποία υψηλά επίπεδα ανεργίας αποκρύπτονται σε σημαντικό βαθμό από τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Με άλλα λόγια, το δίλημμα όπως τίθεται από τα «Οικονομικά των Μνημονίων» είναι: αγορά εργασίας με χαμηλούς μισθούς και ευέλικτη απασχόληση ή αγορά εργασίας με υψηλούς μισθούς , περιορισμένη πλήρη απασχόληση και υψηλή ανεργία?

Ειδικότερα, στις χώρες «κρίσης χρέους» της ευρωζώνης, οι ασκούμενες πολιτικές των «Οικονομικών των Μνημονίων», από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, ανανεώνουν συστηματικά το  δίλημμα μείωσης του χρέους ή μείωσης της ανεργίας, επιβάλλοντας, με την σύμφωνη γνώμη των ελληνικών κυβερνήσεων, πολιτικές αύξησης των άμεσων και έμμεσων φόρων καθώς και  πολιτικές  των περικοπών  των δημοσίων και κοινωνικών δαπανών, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αποπληρωμή του χρέους. Όμως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος,  οι  ασκούμενες αυτές πολιτικές παρατείνουν την ύφεση ή τη στασιμότητα και  το υψηλό επίπεδο της ανεργίας, συμβάλλοντας,  μεταξύ των άλλων, διαμέσου της μείωσης του παραγόμενου πλούτου στην αύξηση του ποσοστού  μεταβολής του χρέους προς το ΑΕΠ, παρά το γεγονός της χρηματοδότησης της αποπληρωμής του από τους πόρους που, κατά βάση, προέρχονται από τις περικοπές των μισθών, των συντάξεων και  των κοινωνικών δαπανών, δηλαδή από την παρατεταμένη λιτότητα.

Αντίθετα, ανεξάρτητα ( με την έννοια ότι αποτελεί αντικείμενο άλλης εργασίας) εάν η «κρίση χρέους» σε ορισμένες  χώρες της ευρωζώνης, οφείλεται στον υπέρμετρο δανεισμό, ως  αποτέλεσμα  της μεταφοράς πόρων στις ανεπτυγμένες χώρες της ευρωζώνης (παράδοξο της ευρωζώνης)  καθώς και του ελλείμματος παραγωγής των χωρών αυτών ή της απουσίας Ομόσπονδης προοπτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της ύπαρξης ανατιμημένου, για το επίπεδο παραγωγικότητας των περισσοτέρων  ευρωπαϊκών χωρών, ενιαίου νομίσματος, η υλοποίηση πολιτικών  των «Οικονομικών της ισόρροπης ανάπτυξης»  στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την μείωση του χρέους, αντί των ασκούμενων πολιτικών των «Οικονομικών των Μνημονίων», θα συνέβαλλε καθοριστικά στη σταδιακή μείωση του χρέους, παράλληλα με την μείωση της ανεργίας. Κεντρικό άξονα αυτής της στρατηγικής  αποτελεί, κατά βάση, η αναδιάρθρωση-ελάφρυνση  του χρέους και  ό,τι αυτό θετικά συνεπάγεται καθώς και η μεταφορά πόρων στην χρηματοδότηση των επενδύσεων, της ανάπτυξης, της αύξησης του ΑΕΠ  και   της  απασχόλησης στην ελληνική οικονομία και ως εκ τούτου της σταδιακής μείωσης του χρέους, συρρικνώνοντας ταυτόχρονα, σε σημαντικό βαθμό, το «παράδοξο της ευρωζώνης», το οποίο πλέον συνιστά σοβαρή απειλή για την ενότητα και την  προοπτική της.  

Των Σάββα Γ.Ρομπόλη, Ομότ.Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου

και 

Βασίλειου Γ. Μπέτση, Υποψ..Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

 

                                                                                     

                                                                                                

                                                                                                  

                                                                                       

                               

.