ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Απαιτητικός ο στόχος για πλεονάσματα 3,5% ως το 2021

Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Απαιτητικός ο στόχος για πλεονάσματα 3,5% ως το 2021 - Κεντρική Εικόνα

Πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ως και το 2021 και ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης από 2,2 ως 2,6% προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2018-2021 της κυβέρνησης, το οποίο συμφωνήθηκε με τους θεσμούς και αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή.

«Οι αισιόδοξες εκτιμήσεις που αποτυπώνονται στο Μεσοπρόθεσμο για τη σημαντική αύξηση των επενδύσεων στην πενταετία 2017-2021 προϋποθέτουν σταθεροποίηση των προσδοκιών, σημαντική βελτίωση του επενδυτικού και επιχειρηματικού κλίματος, υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, επιστροφή σε ομαλές συνθήκες λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος και φυσικά άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων», αναφέρεται στην έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.

Στο 1,8% ο στόχος για ανάπτυξη φέτος

Σε αύξηση πιο συντηρητική ακόμα και από την εκτίμηση της Κομισιόν που ανακοίνωσε χθες για ανάπτυξη 2,1%, βασίζεται το υπουργείο Οικονομικών (αύξηση μόνο κατά 1,8% φέτος). Για το 2018 το ΥΠΟΙΚ εκτιμά ανάπτυξη 2,4%, για το 2019 στο 2,6% για το 2020 στο  2,3% και για το 2021 στο 2,2%.

Σύμφωνα με την έκθεση, «ο στόχος που τίθεται στο ΜΠΔΣ 2018-2021 για πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5% είναι ένας πολύ απαιτητικός στόχος. Η επίτευξη του στόχου σε συνδυασμό με μεγέθυνση άνω του 2% ετησίως εξαρτάται δραστικά από τη συγκράτηση των δημοσίων δαπανών στα τρέχοντα επίπεδα και τη συνέχιση της υπερ-απόδοσης των δημοσίων εσόδων που καταγράφηκε από τις αρχές του 2016 και κατά τα τελευταία διαδοχικά τρίμηνα παρά την προτεινόμενη αβεβαιότητα και τη σχετική στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας».

Κίνδυνοι για εκτροχιασμό των δαπανών εξακολουθούν να υφίστανται

Είναι γεγονός ότι οι δημόσιες δαπάνες τα τελευταία έτη, στο πλαίσιο του προγράμματος προσαρμογής, φαίνεται να έχουν καταστεί σε απόλυτο σχεδόν βαθμό μέγεθος ελεγχόμενο από την κυβέρνηση. Ειδικά την τελευταία τριετία το επίπεδο των δαπανών παραμένει σχετικά σταθερό και ταυτόχρονα οι ετήσιες προβλέψεις, όπως αυτές περιλαμβάνονται στις Εισηγητικές Εκθέσεις του Προϋπολογισμού, ουσιαστικά επαληθεύονται. Συνεπώς, ο στόχος για συγκράτηση των δαπανών στα τρέχοντα επίπεδα μπορεί να θεωρηθεί επιτεύξιμος. Ωστόσο κίνδυνοι για εκτροχιασμό των δημοσίων δαπανών εξακολουθούν να υφίστανται, αναφέρεται στην έκθεση.

Σημαντικότερη πηγή ανησυχίας αποτελούν οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) και ειδικά το σκέλος που αφορά στη χρηματοδότηση του ΕΦΚΑ. Ειδικά για τις δαπάνες που αφορούν σε χρηματοδότηση των ΟΚΑ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και δεν δικαιολογείται κανένας απολύτως εφησυχασμός. Επιπλέον, η όποια συγκράτηση των δημοσίων δαπανών θα πρέπει να μην προκαλεί συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών. 

Κάτι τέτοιο, ενώ θα ήταν δημοσιονομικά ουδέτερο ως προς τη διαμόρφωση του πρωτογενούς αποτελέσματος σε όρους σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (ΣΧΔ), θα παρακώλυε όμως την ομαλή λειτουργία της αγοράς δεσμεύοντας σημαντικούς πόρους. Αυτό το φαινόμενο που έχει ενταθεί κατά περιόδους λόγω της αβεβαιότητας στην έκβαση της αξιολόγησης και της παράτασης των διαπραγματεύσεων, υποδηλώνει πόσο σημαντική θα ήταν για την οικονομία η υπέρβαση του καθεστώτος ανασφάλειας που έρχεται να επιβαρύνει την περιοριστική επίπτωση μιας δημοσιονομικής πολιτικής με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Οι εν εξελίξει επισκοπήσεις των δημοσίων δαπανών ανά Υπουργείο θα πρέπει να προβλέπουν περιθώρια ανακατανομής των δαπανών προς πιο παραγωγικές χρήσεις όπως και την αποδέσμευση δαπανών από τον Τακτικό Προϋπολογισμό υπέρ του ΠΔΕ (σκέλος εγχώριων πόρων).

Η υπέρ-απόδοση για το 2016 οφείλεται κυρίως στην αύξηση εσόδων της ΓΚ

Όσον αφορά στο σκέλος των εσόδων η υπέρ-απόδοση για το έτος 2016 οφείλεται κυρίως στην αύξηση εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης (ΓΚ), λόγω αυξημένης απόδοσης των άμεσων - έμμεσων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Εύλογα προκύπτει το ερώτημα, εάν η υψηλή απόδοση των εσόδων θα διατηρηθεί τα επόμενα έτη: ποιο τμήμα, δηλαδή, του πρωτογενούς πλεονάσματος προέρχεται από φορολογικά μέτρα μόνιμου χαρακτήρα, τα οποία αναμένεται να επιφέρουν ανάλογη δημοσιονομική απόδοση και τα επόμενα έτη και αντίστοιχα, ποιο τμήμα προέρχεται από παρεμβάσεις εφάπαξ απόδοσης. Και τέλος, ποιο τμήμα μπορεί να αποκτήσει μονιμότερο χαρακτήρα, στο πλαίσιο βελτίωσης της παραγωγικότητας της φορολογικής διοίκησης, αναφέρει η έκθεση.

Εκτιμούμε ότι η πλειονότητα των μέτρων έχει μόνιμο χαρακτήρα και δύναται να αποδώσει εισπρακτικά ώστε να διατηρηθεί η θετική πορεία των δημοσίων εσόδων που επιτεύχθηκε το 2016, επισημαίνει το Συμβούλιο.

  • Οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις, οι οποίες εφαρμόστηκαν μερικώς εντός του 2016 απέδωσαν περίπου 640 εκατ. ευρώ, ενώ τα αντίστοιχα προβλεπόμενα έσοδα για το 2017 και μετά εκτιμώνται στο ύψος των 2.500 εκατ. ευρώ.
  • Οι παρεμβάσεις, οι οποίες εφαρμόστηκαν πρώτη φορά το έτος 2017, προβλέπεται να αποδώσουν περίπου 500 εκατ. ευρώ, ενώ οι παρεμβάσεις εφάπαξ χαρακτήρα για το έτος 2016 εκτιμάται ότι ανήλθαν σε ποσοστό 30% του πρωτογενούς πλεονάσματος του έτους.
  • Ο μόνιμος χαρακτήρας των μέτρων δεν διασφαλίζει από μόνος του την υψηλή απόδοσή τους στο χρόνο, δεδομένου ότι αυτή εξαρτάται από σειρά παραγόντων, όπως η αύξηση της απασχόλησης, η βελτίωση του οικονομικού κλίματος, η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κ.τ.ό.
  • Πέραν των ως άνω αναφερθεισών παρεμβάσεων μονίμου χαρακτήρα, υπάρχουν ήδη ψηφισθείσες παρεμβάσεις με πρώτη εφαρμογή το έτος 2018 και με εκτίμηση απόδοσης περίπου 400 εκατ. ευρώ2 ανά έτος.

Σύμφωνα με την μέτρηση οι παρεμβάσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα που προβλέπονται με την ψήφιση του Μ.Π.Δ.Σ. (μείωση συντάξεων το 2019 και μείωση αφορολόγητου το 2020) εκτιμάται ότι θα αποδώσουν 1900 εκατ. ευρώ για το έτος 2020 και 2100 εκατ. για το έτος 2021. Σημειωτέον ότι τα συγκεκριμένα μέτρα (μείωση αφορολόγητου) προγραμματίζεται να συνδυαστούν με μέτρα αντιστάθμισης της δημοσιονομικής επιβάρυνσης, τα οποία, όπως έχει συμφωνηθεί στο πλαίσιο της τεχνικής συμφωνίας για τη 2η αξιολόγηση, θα έχουν ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα κατά το 2020. Τα μέτρα αυτά με το ΜΠΔΣ επεκτείνονται και κατά το έτος 2021.

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκτιμά ότι η πλειονότητα των μέτρων έχει μόνιμο χαρακτήρα και δύναται να αποδώσει εισπρακτικά, ώστε να διατηρηθεί η θετική πορεία των δημοσίων εσόδων που επιτεύχθηκε το 2016.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΜΠΔΣ, η πορεία του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ θα είναι διαρκώς μειούμενη, αγγίζοντας το 149% το 2021. Η μείωση αυτή οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην πρόβλεψη για διατηρούμενους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ πάνω από 2% από το 2018 και πέρα. Το ονομαστικό δημόσιο χρέος εμφανίζεται να έχει αθροιστική μείωση συνολικού ύψους 3,7 δισ. ευρώ ή κατά 1,2% σε σύγκριση με τα μέγιστα επίπεδα, στα οποία προβλέπεται να φθάσει κατά το τρέχον έτος (319,7 δις. ή 176,4% σε σύγκριση με το ΑΕΠ).

Οι επενδύσεις από την πλευρά τους, αναμένεται να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη στην αύξηση του ΑΕΠ, αφού προβλέπεται μεγάλη άνοδος, με πραγματικούς ρυθμούς αύξησης που θα ξεπεράσουν το 10% το 2018 και το 2019, ενώ θα διατηρηθούν σημαντικά υψηλοί και τα υπόλοιπα χρόνια του προγράμματος (μέσα επίπεδα αύξησης 9,8% ετησίως).

Το σενάριο των μεσοπρόθεσμων μακροοικονομικών εξελίξεων της περιόδου 2017-2021 στηρίζεται στις εξής αρχικές παραδοχές:

  • Κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης και ομαλή ολοκλήρωση του ισχύοντος προγράμματος.
  • Διατύπωση δεσμευτικής πολιτικής απόφασης για το πλέγμα και το χρονοδιάγραμμα των μεσοπρόθεσμων μέτρων που θα καθιστούν μακροχρόνια διαχειρίσιμο το δημόσιο χρέος.
  • Ένταξη του τραπεζικού συστήματος στις ρυθμίσεις του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Υπό τις ανωτέρω σωρευτικές προϋποθέσεις, οι θετικές προσδοκίες που είναι ήδη έκδηλες στα μηνύματα των αγορών, σε συνδυασμό με την ομαλή από πλευράς γεωπολιτικών παραμέτρων εξέλιξη της τουριστικής περιόδου, δύνανται να ωθήσουν την ελληνική οικονομία στο πέρασμα από τη φάση στασιμότητας σε μια φάση σθεναρής ανάκαμψης. Κατ' ακολουθία, μια διατηρήσιμη ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας μέχρι τα τέλη του έτους μπορεί να διορθώσει τις έως σήμερα αντιφατικές μακροοικονομικές επιδόσεις και να ωθήσει την οικονομία σε σχετικά ικανοποιητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης για το 2017. Η έκταση του δυναμισμού με τον οποίο θα αντιδράσει η οικονομία στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, θα συμβάλει αποφασιστικά σε σημαντική ενίσχυση των ρυθμών μεγέθυνσης του επόμενου έτους.

Πάντως, η επίτευξη των στόχων για το ερχόμενο και τα επόμενα έτη, συναρτάται στενά, εκτός από τις δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας και με συνθήκες σταθερότητας και σχετικής ανάκαμψης σε ευρωπαϊκή κλίμακα, παρά τους κλυδωνισμούς που αναμένεται να προξενήσουν οι διαδικασίες εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ και η ενδεχόμενη άνοδος των τιμών του πετρελαίου.

Συμπεράσματα

Στα συμπεράσματα της αξιολόγησης του ΜΠΔΣ, αναφέρεται ότι οι αισιόδοξες εκτιμήσεις που αποτυπώνονται στο Μεσοπρόθεσμο για τη σημαντική αύξηση των επενδύσεων στην πενταετία 2017-2021 προϋποθέτουν σταθεροποίηση των προσδοκιών, σημαντική βελτίωση του επενδυτικού και επιχειρηματικού κλίματος, υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, επιστροφή σε ομαλές συνθήκες λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος και φυσικά άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Πολλές από αυτές τις προϋποθέσεις παραμένουν σήμερα ως «ζητούμενα» - και με αυτήν την έννοια, οι εκτιμήσεις για διατηρήσιμους ρυθμούς μεγέθυνσης της τάξης του 2,4% ετησίως κρίνονται αισιόδοξες. Στον βαθμό που δεν επιτευχθούν οι εκτιμώμενοι ρυθμοί μεγέθυνσης, οι δημοσιονομικοί στόχοι ενδεχομένως δεν θα είναι επιτεύξιμοι και θα καταστήσουν αναγκαία τη λήψη «διορθωτικών μέτρων».

.