ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η αναίρεση της ανάπτυξης από τη στρατηγική των μνημονίων

ΣAΒΒΑΣ Γ. ΡΟΜΠΟΛΗΣ
Ανασυγκρότηση ή μετάλλαξη της ελληνικής οικονομίας;  - Κεντρική Εικόνα

 

Η υλοποίηση των τριών Μνημονίων ύφεσης, λιτότητας, περικοπών και φορολογικών επιβαρύνσεων στην Ελλάδα κατά τη τρέχουσα δεκαετία 2010-2020, επιτάχυνε, μεταξύ των άλλων, την αύξηση της ανεργίας και την καθίζηση της παραγωγικής και τεχνολογικής βάσης της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, στις συνθήκες αυτές της παραγωγικής και τεχνολογικής απαξίωσης, το ερώτημα που τίθεται είναι: ποια θα είναι η αναπτυξιακή-παραγωγική ταυτότητα καθώς και το μέλλον του οικονομικού και κοινωνικού σχηματισμού στην χώρα μας. Ιδιαίτερα μάλιστα στις σημερινές διεθνείς και ευρωπαϊκές τεχνολογικές εξελίξεις της ρομποτικής, του αυτοματισμού, της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων ψηφιακών τεχνολογιών, ποια επιβάλλεται, για την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, να είναι η κεντρική αναπτυξιακή πρόκληση της ελληνικής οικονομίας, με την έννοια της μετάβασης και του προσανατολισμού σε ένα νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό πρότυπο, το οποίο θα ανταποκρίνεται στις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες του πληθυσμού. Επιπλέον, σε ποιους κλάδους παραγωγής απαιτείται να προσανατολισθούν οι πόροι (εργασία, τεχνολογία), προκειμένου να αναβαθμισθεί η θέση της χώρας μας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και να βελτιωθούν η παραγωγικότητα, η απασχόληση, τα εισοδήματα και το κοινωνικό κράτος.

Αντίθετα, οι ασκούμενες πολιτικές των Μνημονίων, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, στοχεύουν, μεταξύ των άλλων, στην παραγωγική μετάλλαξη της ελληνικής οικονομίας σε «φθηνό υπεργολαβικό εργαστήριο» των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών, διαμέσου των επιχειρήσεων τους που έχουν εγκατασταθεί ή θα εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Από την άποψη αυτή αξίζει να σημειωθεί η προβολή του επιχειρήματος, ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί ελκυστική χώρα των διεθνών επενδυτών και ως εκ τούτου η προσέλκυση τους στην χώρα μας ( 1,5% του ΑΕΠ το 2016 ήταν οι ξένες άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα, ενώ ο μέσος όρος στην Ε.Ε-28 ήταν 8% του ΑΕΠ) συνεπάγεται την εκχώρηση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου για τουλάχιστον πενήντα έτη σε ξένους επενδυτές ή την ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων στον ηλεκτρισμό, το αέριο, τις τηλεπικοινωνίες, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, την ύδρευση, τον σιδηρόδρομο, την υγεία, την εκπαίδευση,…κ.λ.π.

Κεντρικός στόχος των ξένων επενδυτών είναι η δημιουργία, διαμέσου του περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας του δημοσίου, των αναγκαίων προϋποθέσεων μίας ασφαλούς και διευρυμένου μεγέθους κερδοφορία. Παράλληλα, οι δανειστές θεωρούν ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του δημοσίου στην Ελλάδα θα κινητοποιήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον μεγάλων ξένων και διεθνώς ανταγωνιστικών ιδιωτικών επιχειρήσεων στους δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας (φαρμακοβιομηχανία, πλαστικά, πετρελαιοειδή, χημικά ,μεταλλικά ορυκτά, τρόφιμα-ποτά, μεταφορές, τουρισμός), προσδοκώντας την έμμεση ενίσχυση της εξωστρέφειας, διαμέσου των υπεργολαβικών σχέσεων, των μικρών και μεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων.

Είναι φανερό, ότι η αναπτυξιακή αυτή στρατηγική των Μνημονίων, τυπικού εξαρτησιακού προτύπου, που ήδη υλοποιείται στην χώρα μας, αναιρεί ουσιαστικά τη σημασία, το περιεχόμενο και τους στόχους ενός εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης. Κι’ αυτό γιατί οι δανειστές έχοντας εξ’αρχής, όπως αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, κατανοήσει και ερμηνεύσει λανθασμένα τον χαρακτήρα της κρίσης και την έξοδο απ’αυτήν της ελληνικής οικονομίας, οριοθετούν το εύρος του εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου στην υλοποίηση οριζόντιων μέτρων θεσμικού (καταπολέμηση γραφειοκρατίας και διαφθοράς, χαμηλή και σταθερή φορολογία, αδειοδοτήσεις, απελευθέρωση της αγοράς εργασίας), λειτουργικού ( τεχνολογικά, ηλεκτρονικά, προμηθευτικά, μεταφορικά δίκτυα) και κοστολογικού χαρακτήρα ( χαμηλό μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος, χαμηλό ενεργειακό κόστος), προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων τους. ‘Όμως, η αναπτυξιακή αυτή στρατηγική των δανειστών, η οποία υλοποιείται ήδη στην Ελλάδα διαμέσου των Μνημονίων, σύμφωνα με την έρευνα και την μεταπολεμική(Ν.2687/53) και Μνημονιακή εμπειρία στην χώρα μας, περιορίζεται ουσιαστικά, στον βαθμό που την αφορά, στην μείωση του επιπέδου της ανεργίας.

Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι ο αναπτυξιακός και παραγωγικός σχεδιασμός στην Ελλάδα, απαιτείται να έχει ως κεντρικό στόχο την αποκατάσταση ισότιμων σχέσεων, κανόνων, προσανατολισμών, φορολογικών και κοινωνικών δεσμεύσεων της ελληνικής οικονομίας με τις ξένες άμεσες επενδύσεις. Πρώτα και ουσιαστικά βήματα, μεταξύ των άλλων, προς την κατεύθυνση αυτή, αποτελούν η έξοδος της ελληνικής οικονομίας στις αγορές δανειακών κεφαλαίων, παράλληλα με την δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων αύξησης της εγχώριας αποταμίευσης, για την χρηματοδότηση της επενδυτικής δραστηριότητας στην χώρα μας.

Έτσι, η ελληνική οικονομία, στον βαθμό που την αφορά, θα απομακρυνθεί από τον εξαρτησιακό εναγκαλισμό των άμεσων ξένων επενδύσεων, θα βελτιώσει τον συσχετισμό δύναμης στις σχετικές διαπραγματεύσεις με την απόκτηση της αυτοτελούς δυνατότητας πραγματοποίησης προγραμματισμένων επενδύσεων και θα δημιουργήσει πρωτογενείς χρηματοδοτικές δυνατότητες ανάκαμψης και βελτίωσης των τεχνολογικών-καινοτομικών συνθηκών παραγωγής, απασχόλησης και αύξησης των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων της. Διαφορετικά, η ελληνική οικονομία θα περιορισθεί στην χρηματοδότηση, από την φορολογία του πληθυσμού, των εξωτερικών οικονομιών κλίμακας των ξένων άμεσων επενδύσεων, προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων τους και να μεγιστοποιηθεί η κερδοφορία τους, με ουσιαστικό αποτέλεσμα την αδυναμία χρηματοδότησης και παραγωγής δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων και την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού.

Των Σάββα Γ.Ρομπόλη

Ομότ.Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου

Βασίλειου Γ. Μπέτση

Υποψήφιο Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

.