ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Χρειάζεται περαιτέρω "ελαστικοποίηση" των εργασιακών σχέσεων η χώρα μας;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΙAΒΡΑΣ
Λύσεις για την πάταξη της διαφθοράς υπάρχουν, πολιτική βούληση υπάρχει; - Κεντρική Εικόνα

Καθώς οι διαπραγματεύσεις των ‘θεσμών’ με την ελληνική κυβέρνηση για την ολοκληρωση της 2ης αξιολόγησης συνεχίζονται, αναρωτιόμαστε για την εμμονή, ειδικά του Δ.Ν.Τ., για την περαιτέρω ‘ελαστικοποίηση’ των εργασιακών σχέσεων στη χώρα μας.

Ας δούμε, όμως, ποιο είναι το εργασιακό τοπίο σήμερα στη χώρα μας.

Σύμφωνα με την έκθεση ‘Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση’ για το 2016 του Ινστιτούτου Εργασίας της Γ.Σ.Ε.Ε. :

 

  • Το 2015 οι επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) επικρατούν σχεδόν καθολικά, αντιπροσωπεύοντας το 94% του συνόλου των συλλογικών συμβάσεων. Σε σύνολο 282 ΣΣΕ, οι 263 είναι επιχειρησιακές, μόνο οι 12 είναι εθνικές, κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές, ενώ 7 είναι τοπικές ομοιοεπαγγελματικές.


 

  • Το 2009, οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, ενώ το 2015 αντιστοιχούν στο 55%.


 

  • Την περίοδο 2014-2015 οι νέες προσλήψεις με μερική απασχόληση είναι αυξημένες κατά 19,6% και με εκ περιτροπής εργασία κατά 45,6%.


Επίσης, σύμφωνα με το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ :

  • Kατά το 2016 πάνω από μια στις δύο νέες προσλήψεις αφορούσε μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση. Το ανησυχητικό είναι ότι το ίδιο μοτίβο συνεχίστηκε και τον Ιανουάριο του 2017.


Για το θέμα της μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, η ‘Έρευνα εργατικού δυναμικού: 1981 – 2015’ της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η οποία δημοσιεύτηκε πρόσφατα και αποτυπώνει τις μεταβολές στην αγορά εργασίας τα τελευταία 35 χρόνια, συμπεραίνει ότι : ‘Η μερική απασχόληση είναι ένα φαινόμενο που εντείνεται τα τελευταία χρόνια. Ενώ το ποσοστό απασχολούμενων που εργάζονται με μερική απασχόληση κυμαινόταν γύρω στο 5% μέχρι το 2005, από το 2006 αυξάνεται σταθερά φτάνοντας τελικά στο 9,5% κατά το 2015.’

Τα ευρήματα αυτά οδηγούν στην εκτίμηση ότι οι ευέλικτες μορφές εργασίας είναι πλέον κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας. Η ευελιξία της αγοράς εργασίας ενισχύεται και επιταχύνεται και από τη μετατροπή των ατομικών συμβάσεων εργασίας από συμβάσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης σε συμβάσεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας.

Σημαντικά είναι, επίσης, τα εμπειρικά ευρήματα της έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας της Γ.Σ.Ε.Ε. που προαναφέραμε στην οποία παρατηρείται ότι : υπάρχει αρνητική συσχέτιση μεταξύ του ρυθμού μεταβολής της παραγωγικότητας και των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Η αρνητική αυτή συσχέτιση φαίνεται να συνδέεται, σύμφωνα με την έρευνα, πολύ λιγότερο με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των απασχολουμένων σε αυτές και πολύ περισσότερο με τις συνθήκες τις οποίες οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης διαμορφώνουν αναφορικά με τις επενδύσεις, την τεχνολογική εξειδίκευση, τις οργανωτικές αναδιαρθρώσεις της παραγωγής και την ανάπτυξη των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού.

 Η έκθεση συμπεραίνει πως η αύξηση της παραγωγικότητας στους κλάδους και στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και της επέκτασης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Η επέκταση της ευελιξίας και η μείωση του κόστους εργασίας, σηνεχίζει η έκθεση, φαίνεται να λειτουργεί ως παγίδα που εγκλωβίζει πολλούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης, χαμηλής έντασης δεξιοτήτων και χαμηλής παραγωγικότητας, με αποτέλεσμα την αδυναμία τους να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα και τη θέση τους στο εγχώριο και στο διεθνές παραγωγικό σύστημα.

Ολα τα ανωτέρω στοιχεία διαμορφώνουν ένα απορρυθμισμένο εργασιακό περιβάλλον που, σε αντίθεση με τη φιλοσοφία των ‘μνημονίων’, δεν φαίνεται να αυξάνει την ανταγωνιστικότητα, παρά μόνο το αναπτυξιακό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας και τη φτωχοποίηση των εργαζομένων.

Αν στα ανωτέρω προσθέσουμε ότι :

  • H ανεργία παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ανέρχεται στο 23,0% το Νοέμβριο του 2016, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή.

  • Οι μισθοί και το βιοτικό επιπέδο των εργαζομένων συμπιέστηκαν στη διάρκεια της κρίσης. Από τη μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της Γ.Σ.Ε.Ε, που προαναφέραμε, προκύπτει ότι κάτω των 800 ευρώ καθαρών μηνιαίων αποδοχών λαμβάνει ποσοστό 50% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα (14,5% μέχρι 499 ευρώ, 22% μεταξύ 500-699 ευρώ και 13,5% μεταξύ 700-800 ευρώ).

  • Μειώθηκε η αγοραστική δύναμη του πραγματικού κατώτατου μισθού στην Ελλάδα την περίοδο 2010-2015 κατά 24,7% και κατά 34,3% για τους νέους κάτω των 25 ετών.

  • Πάνω από 1 εκατομμύριο εργαζόμενοι παραμένουν απλήρωτοι για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

  • Μόλις ένας στους δέκα ανέργους – που ξεπερνούν πλέον το ένα εκατομμύριο εκατό χιλιάδες- λαμβάνουν επίδομα ανεργίας.

Αναρωτιέται κάποιος : Χρειάζεται, πράγματι, περαιτέρω ‘ελαστικοποίηση’ των εργασιακών σχέσεων η χώρα μας ;

του Ζιάβρα Κωνσταντίνου

Οικονομολόγου

koszia@yahoo.gr