ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Οι ρυθμίσεις των επιχειρηματικών δανείων απαιτούν μεγαλύτερη ευελιξία

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡΓΙAΔΗΣ
Οι 10 παράγοντες που συνεχίζουν να «κλονίζουν»τις αποτιμήσεις του ΧΑ - Κεντρική Εικόνα

Κατά τα χρόνια που έχουν ακολουθήσει την εκδήλωση της κρίσης αλλά και την “εδραίωση” της οικονομικής ύφεσης, οι ρυθμίσεις των δανείων και των εν γένει οφειλών των Ελληνικών επιχειρήσεων, τόσο των μεγάλων όσο και των μικρομεσαίων, εξακολουθούν να αποτελούν ένα ιδιαίτερα κρίσιμο μέτωπο στην εγχώρια οικονομία και το τραπεζικό της σύστημα. Από τη μια πλευρά, οι συστημικές τράπεζες αναζητούν τρόπους και οδούς διάσωσης των επιχειρηματικών δανείων που έχουν χορηγήσει και τα οποία πλέον δεν εξυπηρετούνται, και από την άλλη πλευρά, οι οικονομικές αρχές της χώρας προσδοκούν ότι με τη θεσμοθέτηση ευνοϊκότερων όρων αποπληρωμής για τις επιχειρήσεις θα αποπληρωθούν όχι μόνο τα τραπεζικά δάνεια αλλά και τμήμα των υπόλοιπων οφειλών που επηρεάζουν τα δημόσια οικονομικά του κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό ακολουθήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια τόσο η άτυπη εξωδικαστική διαδικασία μεταξύ των δανειζόμενων επιχειρήσεων και των δανειστριών τραπεζών, όσο και η δικαστική οδός για την επίτευξη διμερών συμφωνιών / ρυθμίσεων με σκοπό την επανεκκίνηση του ρυθμού αποπληρωμής των λόγω επιχειρηματικών δανείων. Το γενικό συμπέρασμα, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, είναι ότι οι ανωτέρω απόπειρες αποδείχθηκαν επώδυνες, καθώς όχι μόνο δεν άλλαξαν ριζικά το τοπίο στο χώρο των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων αλλά “βύθισαν” ακόμη περισσότερο τις ήδη χαμηλές πιθανότητες επιτυχίας αυτών των ρυθμίσεων.

Ο κύριος λόγος ήταν ότι επιλέγονταν σενάρια ρυθμίσεων αποπληρωμής τα οποία δεν ήταν διατηρήσιμα σε βάθος χρόνου, δηλαδή σε μακροχρόνιο ορίζοντα 5-10 ετών και όχι απλώς σε ορίζοντα 1-2 ετών, με αποτέλεσμα οι ρυθμίσεις να “καταπέφτουν” σχετικά γρήγορα και να εκδηλώνεται η ανάγκη πραγματοποίησης νέων προσπαθειών με μικρότερες ακόμη πιθανότητες επιτυχίας. Ακόμη και στα αρχικά στάδια της ανωτέρω διαδικασίας, το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση τέτοιων δανείων ήταν ούτως ή άλλως χρονοβόρες δημιουργούσαν, σε πρώτο χρόνο, περαιτέρω ασφυκτικά περιθώρια στη βιωσιμότητα των λύσεων ρύθμισης που τελικά επιλέγονταν.

Επίσης, βάσει της μέχρι σήμερα εικόνας και εκ του αποτελέσματος, αποδείχθηκε ότι οι περισσότερες από τις ανωτέρω ρυθμίσεις έλαβαν χώρα περισσότερο για να κερδηθεί χρόνος και λιγότερο για να ρυθμισθεί με στέρεο τρόπο η εκάστοτε επιχειρηματική οφειλή, καθώς στην ουσία υλοποιήθηκαν εν αναμονή καλύτερων μακροοικονομικών συνθηκών. Με άλλα λόγια οι συμφωνίες έλαβαν χώρα με την προσδοκία περί καλύτερων μακροοικονομικών συνθηκών η οποία με τη σειρά της βασιζόταν στο σκεπτικό ότι καθώς θα ερχόταν η πολυπόθητη ανάκαμψη της οικονομίας θα βελτιώνονταν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες και τα αντίστοιχα έσοδα με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται η συνέχιση της εξυπηρέτησης των εν λόγω ρυθμίσεων. Εμπειρικά θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι και τα δύο μέρη της συμφωνίας γνώριζαν “κατά βάθος” ότι οι επιλεγείσες ρυθμίσεις κινούνταν περισσότερο προς την αισιόδοξη κατεύθυνση που δεν ήταν, όπως άλλωστε αποδείχθηκε, καθόλου ρεαλιστική.

Αυτό το οποίο σε γενικές γραμμές δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψη είναι το γεγονός ότι το επιχειρηματικό και εν γένει οικονομικό περιβάλλον είναι δυναμικό, δηλαδή διαρκώς μεταβαλλόμενο, άλλες φορές προς την καλύτερη και άλλες φορές προς τη χειρότερη κατεύθυνση. Για παράδειγμα, στην τρέχουσα περίοδο, δηλαδή αρχές του 2017, αλλά όπως φαίνεται τουλάχιστον και μέχρι το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι συνθήκες δεν φαίνεται να καλυτερεύουν με αποτέλεσμα να μην τεκμηριώνεται η προσδοκία της σταδιακής ή και εντονότερης βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών που “ενσωματώνουν” οι ανωτέρω ρυθμίσεις επιχειρηματικών δανείων και οφειλών. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφερθεί το υποθετικό σενάριο το οποίο “αυτόματα” υποδηλώνει “πόσο πίσω θα πάνε τα πράγματα” αν γίνουν σε κάποια χρονική στιγμή βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, δηλαδή πριν από την κανονική διεξαγωγή τους. Και αυτό διότι όπως έχει συμβεί στο πρόσφατο παρελθόν, το επιχειρηματικό περιβάλλον αναμένεται να “παγώσει” ακόμη περισσότερο, τα επιχειρηματικά έσοδα να κλονισθούν σημαντικά, και να χειροτερεύσει επακόλουθα ακόμη περισσότερο η βιωσιμότητα τέτοιων ρυθμίσεων. Στην αγορά των επιχειρήσεων και της οικονομικής ψυχολογίας έχει αποδειχθεί ότι τέτοιοι παράγοντες επιδρούν έντονα αρνητικά και μάλιστα πολλαπλασιαστικά σε επίπεδο χρόνου.

Ένα άλλο πρόβλημα που παρουσιάζουν οι εν λόγω ρυθμίσεις είναι η “προχειρότητα” με την οποία διενεργούνται και η έλλειψη εμπεριστατωμένης άποψης από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες στην περίπτωση των μεσαίων και των μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Αυτό ναι μεν μπορεί να συμβαίνει για λόγους επίσπευσης των διαδικασιών, ωστόσο η έλλειψη ανεξάρτητης, τεκμηριωμένης και εμπεριστατωμένης γνωμοδότησης δεν επιτρέπει την ολοκληρωμένη εξέταση της εκάστοτε υπόθεσης και την επιλογή των καλύτερων και πιο αξιόπιστων λύσεων. Επίσης σε αρκετές επιχειρηματικές υποθέσεις που καταφεύγουν στη δικαστική οδό έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο οι τράπεζες να εμφανίζονται μη κατάλληλα προετοιμασμένες τόσο σε επίπεδο συζήτησης όσο και σε επίπεδο τελικών προτάσεων. Πάντως σε γενικές γραμμές, δεν χρειάζεται παράθεση εμπεριστατωμένης άποψης ως προς τη διαπίστωση ότι για τις εν λόγω ρυθμίσεις με δεδομένο το διαρκώς μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον καθίσταται ανάγκη, προκειμένου αυτές να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, να υπάρχουν αυτοματοποιημένα σενάρια ώστε αν αποτυγχάνει η πρώτη ρύθμιση να ενεργοποιείται άμεσα το επόμενο εναλλακτικό σενάριο.

Συμπερασματικά, όλες οι ανωτέρω διαδικασίες αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικές επιλογές και αποφάσεις όχι μόνο σε μικροοικονομικό αλλά και σε μακροοικονομικό επίπεδο σε μια περίοδο κατά την οποία οι προσπάθειες των Ελληνικών οικονομικών αρχών βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Για το λόγο αυτό, ο στόχος των εν λόγω διαδικασιών πρέπει να είναι η διατήρηση της εγχώριας επιχειρηματικής δομής διότι μόνο έτσι μπορούν να ανακτηθούν περισσότερα κεφάλαια για τις τράπεζες και τους εν γένει πιστωτές στο μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά και να διατηρηθεί σε ακεραιότητα ο πυρήνας λειτουργίας της ιδιωτικής αγοράς που αποτελεί το πιο καθοριστικό τμήμα της ίδιας της Ελληνικής οικονομίας.

Νικόλαος Ηρ. Γεωργιάδης, PhD

VRS (Valuation & Research Specialists)

.