ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Μήπως πρέπει να ξεχάσουμε αυτά που ξέρουμε ;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΙAΒΡΑΣ
Λύσεις για την πάταξη της διαφθοράς υπάρχουν, πολιτική βούληση υπάρχει; - Κεντρική Εικόνα

Μήπως πρέπει να ξεχάσουμε αυτά που ξέρουμε ;

(Ο λόγος περί έμμεσων φόρων)

Ζιάβρας Κωνσταντίνος – Οικονομολόγος

koszia@yahoo.gr

 

Μετά από τρία μνημόνια και επτά χρόνια ύφεσης όλοι οι Έλληνες είμαστε σίγουρα φτωχότεροι (θα ευχόμουν και σοφότεροι). Στην δύσκολη περίσταση που βιώνουμε, θα περίμενε κάποιος να έχουμε μάθει από τα λάθη του παρελθόντος και να αποφεύγαμε τις παθογένειες του παρελθόντος. Σύμφωνα, όμως, με πρόσφατο άρθρο γνωστής εταιρείας συμβούλων επιχειρήσεων : ‘η δομή των φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα συντίθεται κατά 39% από την έμμεση φορολογία σε αγαθά και υπηρεσίες (το 7ο υψηλότερο ποσοστό σε σύγκριση με τα 34 κράτη μέλη του ΟΟΣΑ), κατά 31% από τις ασφαλιστικές εισφορές (το 14ο υψηλότερο ποσοστό), κατά 18% από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (το 24ο υψηλότερο ποσοστό), κατά 8% από τον φόρο ακίνητης περιουσίας (το 10ο υψηλότερο ποσοστό) και κατά 4% από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων (το 30ο υψηλότερο ποσοστό). Συνεχίζεται, λοιπόν, το μοτίβο των προηγούμενων δεκαετιών.’

 

Δικαίως αναρωτιέται κανείς για το πως αναμένει η εκάστοτε κυβέρνηση- ιδιαίτερα σε περιόδους βαθιάς κρίσης- να έχει, αν όχι τη στήριξη, τουλάχιστον την ανοχή της κοινωνίας για τα μέτρα που λαμβάνει, εφόσον αυτά στρέφονται, κυρίως, κατά των φτωχότερων οικονομικά τάξεων. Διότι, αυτό μας μάθανε στο σχολείο και στο Πανεπιστήμιο για τους έμμεσους φόρους, ότι είναι κοινωνικά άδικοι.

 

Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από το σχολικό εγχειρίδιο της πολιτικής οικονομίας, από την εποχή που ήμουν μαθητής της τρίτης Λυκείου, το οποίο συνέγραψαν ο Θεόδωρος Λιανός και ο Γεώργιος Χρήστου, καθηγητές πολιτικής οικονομίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. ‘Ένας φόρος δαπάνης, όμως, ενώ ως προς το εισόδημα που δαπανάται είναι αναλογικός ως προς το συνολικό εισόδημα γίνεται αντίστροφα προοδευτικός. Για παράδειγμα, υποθέστε κι ένα άτομο καταναλώνει 10 λίτρα βενζίνη την ημέρα. Ο φόρος για κάθε λίτρο είναι η 20 δραχμές. Συνεπώς, το άτομο αυτό πληρώνει 200 δραχμές ουσιαστικά την ημέρα φόρο. Αν το εισόδημά του να είναι 1.000 δραχμές την ημέρα, ο φόρος είναι 20% του εισοδήματος. Αν το εισόδημά του να είναι 2.000 δραχμές την ημέρα, ο φόρος είναι 10% του εισοδήματος. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η αναλογία του φόρου μειώνεται καθώς αυξάνεται το εισόδημα. Γι’ αυτό συνήθως λέγεται ότι οι φόροι δαπάνης επιβαρύνουν άνισα τις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις.’

 

Επίσης, παραθέτω σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο Δημοσιονομική Θεωρία του Βασιλείου Δαλαμάγκα, εντ. Υφηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, εκδόσεις Σάκκουλα, 1985 από την εποχή που ήμουν φοιτητής. ‘Για να επιτευχθεί η δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών το κράτος θα πρέπει… να μειώσει τους φόρους καταναλώσεως ειδών πρώτης ανάγκης, για την απόκτηση των οποίων οι φτωχότερες τάξεις δαπανούν το σύνολο σχεδόν του εισοδήματος τους.’

 

Δικαίως θα αναρωτηθεί κάποιος, αυτό, λοιπόν, που είναι προφανές για το μαθητή της τρίτης Λυκείου και τον φοιτητή μιας Οικονομικής Σχολής, δεν είναι αυτονόητο για τα εκάστοτε οικονομικά επιτελεία με τις βαριές ακαδημαϊκές περγαμηνές;

 

Σίγουρα και είναι, όμως, όλοι καταφεύγουν στη ‘ζεστή αγκαλιά’ των εύκολων και δοκιμασμένων λύσεων, έστω και αν αυτές επιβαρύνουν δυσανάλογα τους μη έχοντες. Καλή μας τύχη, λοιπόν, γιατί σίγουρα θα την χρειαστούμε!