ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Μπορούμε να ρυθμίσουμε το ιδιωτικό χρέος;

ΠΕΤΡΟΣ ΖΟΥΡΔΟΥΜΗΣ
Μπορούμε να ρυθμίσουμε το ιδιωτικό χρέος; - Κεντρική Εικόνα

Από το ξεκίνημα της δημοσιονομικής κρίσης τη δημόσια συζήτηση περιέργως απασχολεί περισσότερο η απομείωση και αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, περίπου ως εθνικό στοίχημα, παρά το γεγονός πως το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας βρίσκεται αναμφίβολα στο ιλιγγιώδες νούμερο των ιδιωτικών μη εξυπηρετούμενων οφειλών που αγγίζουν τα 110 δις φτάνοντας το 1/3 του δημοσίου χρέους! Χωρίς μάλιστα να συνυπολογίζονται οι ιδιωτικές οφειλές που «δεν θα εξυπηρετούνται για πολύ ακόμη» μέσα σε ένα γενικευμένο περιβάλλον ύφεσης, αποεπένδυσης και μειωμένης κατανάλωσης και προσδοκιών.

Τα πιστωτικά «ανοίγματα» δείχνουν το τεράστιο πρόβλημα των οφειλών του ιδιωτικού τομέα που διατρέχει σχεδόν όλους τους κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας. Το συνολικό τους ύψος ποσοστιαία φτάνει στα Καταναλωτικά το 55,4%, στα Στεγαστικά το 39,8%, στα Επιχειρηματικά το 43,3%, στους Ελεύθερους Επαγγελματίες και τις Μικρές Επιχειρήσεις το 66,5%. Σε ότι αφορά τους κλάδους, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια φτάνουν στη Ναυτιλία το 28,8%, στην Υγεία το 33,1%, στην Μεταποίηση το 47,8%, στις Κατασκευές το 49%, στο Εμπόριο το 54%, στον Αγροτικό κλάδο το 61,4%, στη βιομηχανία ξύλου το 63% και στην Κλωστοϋφαντουργία το 71%.

Οι κύριες λύσεις για τη διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων οφειλών είναι τρείς. Η αναδιάρθρωση, η διαγραφή και η πώληση. Κάθε υπόθεση επιχειρηματικής οφειλής έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και θα ήταν λάθος να αποκλείσουμε οποιαδήποτε λύση. Αυτό που είναι σημαντικό, είναι το νέο σύστημα διαχείρισης να έχει την ουσιαστική δυνατότητα να «χορηγήσει τη σωστή θεραπεία» προκειμένου να μείνουν στη ζωή οι επιχειρήσεις που διατηρούν τα ζωτικά τους χαρακτηριστικά και να αποσυνδεθούν από την τεχνητή υποστήριξη αυτές που δεν έχουν ελπίδα ζωής. Όχι χαριστικά, αλλά αυστηρά. Όχι βιαστικά αλλά σε λογικούς χρόνους. Η επιλογή εκτιμητών και υπολογιστικών εφαρμογών για τον έλεγχο της βιωσιμότητας των οφειλετών είναι πολύ σωστή. Η χρήση διαμεσολαβητών για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των πιστωτών είναι άριστη. Και η επέκταση της δυνατότητας ρύθμισης σε όλο το φάσμα των οφειλών, προς ιδιώτες και δημόσιο, αποτελεί μια τολμηρή και έξυπνη σκέψη.

Πιθανολογώντας ωστόσο ως βάση του νέου νόμου την προπτωχευτική διαδικασία της εξυγίανσης του άρθρου 99 θα πρέπει να προσέξουμε να μην την κλωνοποιήσουμε μεταφέροντας στο νέο ρυθμιστικό πλαίσιο τις αδυναμίες της. Μια ουσιαστική διαδικασία ρύθμισης θα δημιουργήσει μικρότερη ανάγκη «εκποίησης» δανείων και θα επιτρέψει στις τράπεζες την ανάκτηση του ελέγχου των οφειλών. Μια ειλικρινής συμφωνία οφειλέτη και δημοσίου θα έχει αντίκρισμα στα δημόσια έσοδα. Μια έντιμη συνεννόηση προμηθευτή και επιχείρησης θα διατηρήσει την εμπορική τους σχέση και θα παράγει εθνικό προϊόν, φόρους και ανάπτυξη. Το μεγάλο ζητούμενο είναι το άθροισμα της «πιστωτικής διευκόλυνσης» να οδηγήσει σε μια εξυγίανση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και να επιτρέψει μια καινούργια πιστωτική επέκταση που έχει ανάγκη η ιδιωτική οικονομία, που θα γίνει όμως με άλλους όρους και με διαφορετικές συνθήκες. Και για αυτό χρειάζεται ένα περιβάλλον σταθερότητας, ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης και χαμηλότερη φορολογία. Χρειάζεται δηλαδή ένας συντονισμός προϋποθέσεων που θα αλλάξουν την τροχιά της πραγματικής οικονομίας. Διαφορετικά θα διαγράψουμε μια γενιά χρεών, δημιουργώντας τις συνθήκες εκκόλαψης της επόμενης.

Ορθώς η κυβέρνηση προχωρά στη λύση αυτού του προβλήματος που είναι μεγαλύτερων διαστάσεων από το δημόσιο χρέος. Για πρώτη φορά κερδίζει έδαφος η αντίληψη πως δεν έχει αξία να καταρτίζουμε το δημοσιονομικό σχεδιασμό με αριθμούς που δε θα συμβούν ποτέ και με βεβαιωμένα χρέη που δε θα εισπραχθούν ποτέ, ζώντας σε μια εικονική δημοσιονομικά πραγματικότητα. Είναι ελπίδα όλων πως το τελικό σχέδιο του νόμου που κυοφορείται θα είναι όσο τολμηρό και ουσιαστικό χρειάζεται η ελληνική οικονομία.  

Πέτρος Ζουρδούμης, Οικονομολόγος