ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι ψηφιακοί νομάδες έρχονται για να μείνουν στη χώρα μας

Οι ψηφιακοί νομάδες έρχονται για να μείνουν στη χώρα μας - Κεντρική Εικόνα

 

Πάνω από 3.000 αιτήσεις έχουν κατατεθεί για την έκδοση της Digital Nomads Visa, η οποία απευθύνεται σε πολίτες τρίτων χωρών (εποχικούς νομάδες) που εργάζονται εξ αποστάσεως.

Το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο έχει ψηφιστεί εδώ και ένα μηνά και είναι πλέον φανερό ότι δεν πέρασε απαρατήρητο από το ειδικό αυτό κοινό.

Ο λόγος για τη βίζα διάρκειας 12 μηνών, που αφορά ανθρώπους που απασχολούνται από εργοδότες εκτός Ελλάδας ως μισθωτοί, ή είναι αυτοαπασχολούμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες με πελάτες κυρίως στο εξωτερικό.

Οι «digital nomads», όπως συνηθίζεται να λέγονται, είναι όσοι μπορούν να εργάζονται μακριά από την έδρα της εταιρείας τους, από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Συνήθως είναι υπάλληλοι και στελέχη μιας επιχείρησης ή αυτοαπασχολούμενοι, ενώ τα επαγγέλματα που «πρωταγωνιστούν» σε αυτή την κατηγορία είναι συγγραφείςδημοσιογράφοι, επαγγελματίες της μόδας, σχεδιαστές ιστοσελίδων κ.α. όμως, πλέον απήχηση βρίσκει η τάση και σε όσους ασχολούνται με την πληροφορική, με οικονομικά, μεταξύ των επενδυτικών συμβούλων κλπ.

Οι χώρες που επιλέγουν, σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε από την HSBC, είναι πλέον οι Μεσογειακές, διότι αυτό που θέλουν τελικά είναι να εργαστούν από μια χώρα που τους προσφέρει καλή ποιότητα ζωής. Για την ακρίβεια, η χώρα που κατατάσσεται πρώτη στην λίστα του wellbeing είναι η Ελλάδα, που ακολουθείται από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Τουρκία.

Έτσι, με δεδομένο ότι έως το 2035 υπολογίζεται ότι οι εργαζόμενοι ψηφιακά θα ανέλθουν σε 1 δισεκατομμύριο, η Ελλάδα φαίνεται να μπορεί να διεκδικήσει δυναμικά μερίδιο από τη συγκεκριμένη «πίτα» μιας άλλης μορφής τουρισμού και να αναδειχθεί σε πόλο έλξης, καθώς τα οικονομικά και όχι μόνο, οφέλη είναι πολλά.

Άλλωστε οι έρευνες λένε πως πάνω από 20.000 εκπατρισμένοι σε όλο τον κόσμο, το 80% των ερωτηθέντων, σκοπεύουν να μείνουν στην χώρα που τους φιλοξενεί τουλάχιστον για τους επόμενους 12 μήνες. Μόνο το 7% είπε πως σχεδιάζει να επιστρέψει.

Στο σήμερα πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες στελεχών της αγοράς ακινήτων, οι πρώτες αυτές αιτήσεις που έχουν κατατεθεί (εκτιμάται ότι έχουν εγκριθεί ήδη πάνω από το 50% αυτών), αφορούν κυρίως επαγγελματίες, που ήδη είχαν ξεκινήσει να εργάζονται στην Ελλάδα από τους θερινούς μήνες και απλώς περίμεναν την ολοκλήρωση των διαδικασιών ψήφισης του σχετικού νόμου, προκειμένου να καταθέσουν κι επίσημα την αίτηση.

Ενδεικτικό της σημασίας προσέλκυσης ψηφιακών νομάδων στην Ελλάδα είναι ότι πρόκειται για ανθρώπους υψηλών εισοδημάτων, οι οποίοι προσφέρουν σημαντική προστιθέμενη αξία στην οικονομία, τόσο στην αγορά ακινήτων, όσο και σε επίπεδο κατανάλωσης. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε, ότι με βάση τις προϋποθέσεις που έχουν θεσπιστεί, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής του, χωρίς να επιβαρύνει το εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Οι ελάχιστοι αυτοί πόροι έχουν καθοριστεί σε 3.500 ευρώ μηνιαίως και θα πρέπει να αποδεικνύονται μέσω της σύμβασης εργασίας, ή από τραπεζικό λογαριασμό. Σε περίπτωση δε, που ο ενδιαφερόμενος θέλει να εκδώσει βίζα και για τη σύζυγό ή τη συμβία του, το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά 20% και κατά 15% για κάθε τέκνο.

Σημειωτέον ότι η αρχική βίζα έχει διάρκεια 12 μηνών, με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμα ένα έτος, ενώ παρέχεται η δυνατότητα για περαιτέρω διαμονή, μέσω κατάθεσης νέας αίτησης μετά το πέρας της πρώτης διετίας. Μεταξύ άλλων, ο ενδιαφερόμενος δεν θα μπορεί να απασχολείται στην εγχώρια αγορά εργασίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε σχετική μελέτη που υλοποίησε το MIT Enterprise Forum, προέκυψε ότι αν η Ελλάδα κατορθώσει να προσελκύσει 100.000 ψηφιακούς νομάδες σε ετήσια βάση, θα εξασφαλίσει οικονομικό όφελος άνω των 1,6 δισ. ευρώ, ποσό που ισοδυναμεί με το οικονομικό αποτύπωμα 2,5 εκατ. τουριστών. Το νούμερο των 100.000 θεωρείται εφικτό, εφόσον επιβεβαιωθούν οι τωρινές προβλέψεις που αναφέρουν ότι ο αριθμός των ψηφιακών νομάδων θα αυξηθεί σε περίπου 1 δισ. μέχρι το 2035, από 4 εκατ. πριν την πανδημία.

Η αγορά κατοικίας συγκαταλέγεται μεταξύ των βασικών ωφελούμενων, καθώς ήδη καταγράφεται πολύ σημαντική ζήτηση για ενοικιάσεις.