ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ψάχνουν νέους πελάτες οι τράπεζες στην Κύπρο

Ψάχνουν νέους πελάτες οι τράπεζες στην Κύπρο - Κεντρική Εικόνα

Νέους πελάτες εντός και εκτός Κύπρου στους οποίους να διοχετεύσουν μέρος της πλεονάζουσας τους ρευστότητας, αναζητούν οι τράπεζες, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης των αρνητικών δεδομένων που δημιουργεί το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων αλλά και οι κινήσεις απομόχλευσης των τελευταίων ετών.

Σύμφωνα με τη StockWatch, το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων έχει πλήξει σημαντικά την κερδοφορία τόσο των εγχώριων όσο και των διεθνών τραπεζών.  Τα χαμηλά επιτόκια έχουν περιορίσει σημαντικά τις αποδόσεις από το δανεισμό χρημάτων, την ίδια στιγμή που οι τράπεζες χρεώνονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για διακράτηση καταθέσεων. 

Το κόστος για τις καταθέσεις σπρώχνει τις μεγάλες τράπεζες στη μείωση των καταθετικών τους επιτοκίων την ίδια στιγμή που αναζητούν να δανείσουν νέους πελάτες.  Χωρίς πλέον παρουσία στην Ελλάδα, στη Βρετανία ή σε άλλες χώρες και με δεδομένα τα προβλήματα των μισών νοικοικυριών και επιχειρήσεων στην Κύπρο, οι δύο συστημικές τράπεζες επιδίδονται σε αναζήτηση μεγάλων και αξιόχρεων πελατών εκτός Κύπρου.

Τα περιθώρια είναι πάντως περιορισμένα, αφού, χωρίς διοικητικές δομές εκτός Κύπρου, ο εντοπισμός και παρακολούθηση πελατών είναι σχετικά δύσκολος.  Οι εγχώριες τράπεζες υστερούν σημαντικά από τους ανταγωνιστές τους στο εξωτερικό στην ικανότητα αξιολόγησης περιπτώσεων αξιόχρεων πελατών, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν τον ίδιο κίνδυνο που αντιμετώπισαν προ δεκαετίας στην Ελλάδα – όταν για να πετύχουν στόχους κερδοφορίας και αποδόσεων δάνειζαν τους λιγότερο αξιόχρεους πελάτες, περιλαμβανομένου και του ελληνικού δημοσίου.

Το ζήτημα της πλεονάζουσας ρευστότητας στις τράπεζες άρχισε ήδη να προβληματίζει και τη Φρανκφούρτη, αφού η εκτίμηση ότι τα χαμηλά επιτόκια θα δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη, φαίνεται ότι δεν ισχύει. 

Οι τράπεζες προτιμούν να κρατούν τα χρήματα τους και να πληρώνουν penalty αντί να τα δανείζουν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κερδοφορία και τα κεφάλαια τους.

Ο οικονομολόγος Τάσος Γιασεμίδης σημειώνει στη StockWatch ότι «από τη μια, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων ενισχύει την ανάπτυξη, εφόσον υπάρχει φθηνός δανεισμός και οι επιχειρήσεις θα αναζητήσουν τρόπους επένδυσης των επιπλέον κεφαλαίων τους, παρά να τα έχουν κατατεθειμένα στην τράπεζα».

«Από την άλλη», συνεχίζει, «αν όλη αυτή η επιπλέον ρευστότητα δε μπορεί να διοχετευτεί στην πραγματική οικονομία, τότε αποτελεί επιπλέον κόστος για τα τραπεζικά ιδρύματα, το οποίο επηρεάζει σημαντικά την κερδοφορία τους».

«Αν και το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων από τη μια βοηθά στην ευνοϊκότερη χρηματοδότηση έργων, από την άλλη, επηρεάζει αρνητικά την κερδοφορία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και τις αποδόσεις των επενδύσεων των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων», αναφέρει. Είναι για αυτό το λόγο που αναζητούνται άλλες μορφές επενδύσεων εκτός των ομολόγων και των τραπεζικών καταθέσεων», τονίζει.

Ο κίνδυνος, βέβαια, είναι η διοχέτευση ρευστότητας σε μη παραγωγικά projects, κάτι που είχε γίνει την περίοδο της φούσκας του 2007 και 2008, όταν, με σχετική ανοχή του τότε επόπτη, προέκυψε ετήσια πιστωτική επέκταση 35%.

Το πρόβλημα δεν το έχουν μόνο οι τράπεζες αλλά και οι ίδιοι οι καταθέτες που, σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, αναζητούν νέες επενδύσεις.

Ο οικονομολόγος Μάριος Κληρίδης σημειώνει ότι λόγω των χαμηλών επιτοκίων, οι καταθέτες αναζητούν εναλλακτικές επενδύσεις εκτός τραπεζών όπως είναι τα ακίνητα και τα χρηματιστήρια.

«Με τον τρόπο αυτό μπορεί να δημιουργηθούν φούσκες οι οποίες παρόλο που κάποιοι θα νομίζουν ότι είναι ανάπτυξη.  Τέτοια μεγέθυνση της οικονομίας είναι παροδική γιατί προέρχεται από την υπερβάλλουσα ρευστότητα», τονίζει.

Το πρόβλημα της υπερβολικής ρευστότητας δεν αναμένεται, πάντως, να επιλυθεί το προσεχές διάστημα.

Ο συνδυασμός των πωλήσεων και των διαγραφών δανείων που ακολουθούν οι μεγάλες τράπεζες, αφαιρεί ένα σημαντικό μέρος του δανειστικού τους χαρτοφυλακίου, αφήνοντας όμως από την άλλη πλευρά του ισολογισμού τις καταθέσεις.

Η Τράπεζα Κύπρου υπολογίζεται ότι διέγραψε περίπου €3 δισ. έναντι ακινήτων και πώλησε άλλα €3 δισ. σε ταμεία.  Η Ελληνική διέγραψε δάνεια €300 εκ. και διέγραψε άλλα €150 εκ. έναντι ακινήτων.  Η μεγαλύτερη ανισορροπία στον ισολογισμό της προέκυψε από την απόκτηση των καταθέσεων του Συνεργατισμού, μαζί με μικρό μέρος των δανείων και τα κρατικά ομόλογα.

Οι τράπεζες με διάφορες κινήσεις όπως είναι οι πωλήσεις πακέτων ΜΕΔ αλλά και διαγραφές, μειώνουν τα δάνειά τους, ωστόσο μένουν με τις καταθέσεις τους που πρέπει να διαχειριστούν.

Η τάση αναμένεται να συνεχιστεί το επόμενο διάστημα καθώς σχεδιάζονται μαζικές πωλήσεις δανείων από τις δύο μεγάλες τράπεζες.  Οι πωλήσεις θα αυξήσουν ακόμα περισσότερο το καταθετικό απόθεμα των τραπεζών χωρίς όμως να υπάρχουν ουσιαστικές προοπτικές διάθεσής του.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, τον Ιούλιο οι καταθέσεις του συστήματος υπερτερούσαν των δανείων κατά €14,4 δισ.

Το καταθετικό απόθεμα, δηλαδή η διαφορά δανείων και καταθέσεων, είναι το μεγαλύτερο που καταγράφεται από τον Απρίλιο του 2008.