ΕΛΙΑΜΕΠ-FES: Πρωτοβουλίες για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια

ΕΛΙΑΜΕΠ-FES: Πρωτοβουλίες για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια - Κεντρική Εικόνα

Η συντελεσθείσα πρόοδος, οι προβληματισμοί και οι κύριες προκλήσεις που δημιουργεί το περίπλοκο, διεθνές γεωστρατηγικό περιβάλλον για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας βρέθηκαν στο επίκεντρο συζήτησης που διοργάνωσε σήμερα το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) και το ίδρυμα Friedrich- Ebert- Stiftung (FES) στην Αθήνα με θέμα: «Πρωτοβουλίες για την Ευρωπαϊκή Άμυνα και Ασφάλεια: Ένας Πρώτος Απολογισμός».

Όπως αναφέρει η ανακοίνωση του ΕΛΙΑΜΕΠ, «λίγες ημέρες πριν τις ευρωπαϊκές εκλογές, ΕΛΙΑΜΕΠ και FES μετατόπισαν το κέντρο του διαλόγου από την οικονομία και με την βοήθεια τεσσάρων διακεκριμένων εκπροσώπων από το Ευρωκοινοβούλιο, το ΥΠΕΘΑ, το γαλλικό IRSEM (’Institut de recherche stratégique de l'École militaire) που συνδέεται με το γαλλικό υπουργείο Άμυνας και το γερμανικό DGAP (δεξαμενή σκέψης για την εξωτερική πολιτική) αναζήτησαν ρεαλιστικές εκτιμήσεις και νηφάλιες απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούσαν τις σχέσεις ΕΕ-ΝΑΤΟ, το μέλλον μιας ευρωπαϊκής αμυντικής ένωσης και ενός ευρωπαϊκού στρατού, αλλά και τις πιθανές επιπτώσεις σε ασφάλεια και άμυνα από το BREXIT».

«Για να κρίνουμε αν έχει συντελεσθεί όντως πρόοδος σε ασφάλεια και άμυνα, πρέπει πρώτα να δούμε ποιοι είναι οι στόχοι μας σε αυτά τα δύο πεδία, αλλά και να εστιάσουμε όχι μόνο σε ποσοτικά κριτήρια αλλά και σε ποιοτικά, όπως είναι τα ποσά που δαπανώνται για έρευνα και ανάπτυξη τεχνολογίας στον αμυντικό τομέα» ανέφερε η Δρ. Έλενα Λαζάρου, πολιτική αναλύτρια από την γενική διεύθυνση Κοινοβουλευτικών Ερευνητικών Υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με την ίδια, επίσης, οι Ευρωπαίοι θέλουν περισσότερη ασφάλεια, αλλά με λελογισμένα και ελεγχόμενα κόστη, αίτημα που ούτως ή άλλως ικανοποιείται δεδομένου ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από εκλεγμένους αρχηγούς κρατών και ότι οι προϋπολογισμοί περνούν και από την κρίση του Ευρωκοινοβουλίου.

Σε ερώτηση του γενικού διευθυντή του ΕΛΙΑΜΕΠ, Δρ. Θάνου Ντόκου, που διηύθυνε και τη συζήτηση σχετικά με τις επιπτώσεις που θα είχε σε ασφάλεια και άμυνα ένα πιθανό BREXIT, η κ. Λαζάρου εξέφρασε την άποψη πως «αν και το BREXIT θα έχει μια σειρά σημαντικών επιπτώσεων για την Ένωση, έχει γίνει κατανοητό πως το γεωπολιτικό περιβάλλον και οι κίνδυνοι είναι κοινοί και πως θα πρέπει να διατηρηθεί η στενή συνεργασία των δύο πλευρών».

Από την πλευρά του, ο Πιέρ Αρός, επιστημονικός συνεργάτης του IRSEM, υπογράμμισε πως «οι Γάλλοι σχεδιαστές πολιτικής είναι πολύ θετικοί σε ό,τι αφορά τις νέες πρωτοβουλίες στην άμυνα και ασφάλεια, όπως είναι η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία (PESCO)». Τόνισε, δε, πως για τη γαλλική πλευρά, κάθε πολιτική που θα συνεισφέρει τόσο προς την ενίσχυση της συνοχής, όσο και προς την ανάληψη περισσότερων πρωτοβουλιών και την στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, βρίσκεται προς την σωστή κατεύθυνση.

Τη γερμανική θέση για τις προκλήσεις στη συνεργασία ΝΑΤΟ-ΕΕ, αλλά και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας ανέπτυξε κατά την τοποθέτησή του ο Τόρμπεν Σουτζ, ερευνητής στο Ινστιτούτο DGAP. Ο κ. Σουτζ ανέφερε πως η Γερμανία υποστηρίζει την στρατηγική αυτονομία της ΕΕ ως «απάντηση στην εκλαμβανόμενη αμφισημία των ΗΠΑ, υπό την Προεδρία Τραμπ σχετικά με την Ευρωπαϊκή Άμυνα». Εκτίμησε πάντως, πως η Γερμανία πιθανότατα δεν θα αυξήσει μέσα στα επόμενα χρόνια τις εισφορές της για την ενίσχυση της ασφάλειας και της άμυνας.

Στη θέση και στις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα εντός του νέου, περίπλοκου γεωστρατηγικού πλαισίου που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια αναφέρθηκε τέλος ο Νικόλαος Βότσιος, δ/ντής Διεθνών Σχέσεων της γενικής διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) του ΥΠΕΘΑ. Όπως ανέφερε, το ΝΑΤΟ παραμένει ακρογωνιαίος λίθος της συλλογικής ασφάλειας, αλλά «αυτό δεν είναι κάτι που θα πρέπει να αποτρέπει την ΕΕ από το να ενισχύσει τη δική της αμυντική της ικανότητα». Ειδικά άλλωστε για την Ελλάδα, τόνισε ο κ. Βότσιος, πρωτοβουλίες όπως η PESCO «αποτελεί μία εμπνευσμένη ιδέα για τον τομέα ευρωπαϊκής άμυνας».