ΔΙΕΘΝΗ

Πέσεφ: Ευχάριστη εμπειρία η συνάντηση με Έλληνες επιχειρηματίες στα Σκόπια

Πέσεφ: Ευχάριστη εμπειρία η συνάντηση με Έλληνες επιχειρηματίες στα Σκόπια - Κεντρική Εικόνα

«Ήταν μία από τις πιο ευχάριστες εμπειρίες των τελευταίων ετών. Υπήρχε πολλή θετική ενέργεια και η ανταπόκριση από τους επιχειρηματίες της χώρας μας ήταν επίσης εξαιρετική», τονίζει ο πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Βόρειας Μακεδονίας Άντονι Πέσεφ (Antoni Peshev), μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για το επιχειρηματικό φόρουμ που διοργανώθηκε στα Σκόπια στο πλαίσιο της επίσκεψης κυβερνητικού κλιμακίου υπό τον πρωθυπουργό, συνοδεία περίπου 140 Ελλήνων επιχειρηματιών, στις αρχές Απριλίου.

«Η μεγάλη αίθουσα της εκδήλωσης ήταν γεμάτη από ανθρώπους, υπήρξαν πολλά χειροκροτήματα και χαμόγελα, γεγονός που αλλάζει το κλίμα συνολικά. Θέλω να δω αυτή τη θετική τάση να συνεχίζεται, και αυτό θα βοηθήσει όχι μόνο την οικονομία αλλά γενικά την κατάσταση στην περιοχή όπου στο παρελθόν κυριαρχούσαν οι προβληματικές καταστάσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Πέσεφ, ο οποίος βρέθηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να συμμετάσχει στο 1ο Βαλκανικό Φόρουμ, που διοργάνωσε το ΥΜΑΘ.

«Θα πρέπει να πω ότι δεν ξέρω πόσο σημαντικό θα είναι όλο αυτό για τις επιχειρήσεις, που ούτως ή άλλως λειτουργούσαν όλα αυτά τα χρόνια. Ωστόσο, υπάρχει μια διαφορετική στάση και προσέγγιση και ελπίζω πως όλο αυτό θα συνεχιστεί και στο μέλλον», πρόσθεσε ο πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου της γειτονικής χώρας.

Αν θέλει ένας Έλληνας επιχειρηματίας να επενδύσει στη Βόρεια Μακεδονία, ποιοι είναι άραγε οι τομείς που θα μπορούσε να το κάνει; «Οι ελληνικές επιχειρήσεις κατανοούν γενικά το επιχειρηματικό περιβάλλον στη Βόρεια Μακεδονία. Γι΄ αυτούς η χώρα μας δεν είναι κάτι άγνωστο καθώς είχαν ήδη παρουσία από πριν. Ακόμα και μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της χώρας, υπήρχε ένα μεγάλο ποσοστό των επιχειρήσεων που ελέγχονταν από ελληνικές. Ουσιαστικά μιλάμε για ανανέωση της πολύ θετικής και προοδευτικής προσέγγισης των ελληνικών επιχειρήσεων στη χώρα μας. Τα πράγματα βαίνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Γι΄ αυτό που δεν ξέρω αν είμαστε χαρούμενοι είναι το γεγονός ότι χάσαμε 20 χρόνια θετικών εξελίξεων. Ναι, είμαι χαρούμενος που υπάρχει αυτή η ανανέωση, αλλά χρειαζόμασταν άραγε να σταματήσουμε για 20 χρόνια, όταν υπήρχε πρόοδος στην περιοχή; Δεν νομίζω ότι αυτή ήταν μια ιδέα έξυπνη πολιτικά», απάντησε ο κ. Πέσεφ.

Τόνισε, δε, πως «θα πρέπει να είμαστε πιο προετοιμασμένοι, με ανοιχτό μυαλό και ανοιχτή καρδιά και να ξεκινήσουμε διαπραγματεύσεις για να βρούμε εταίρους και να γίνουμε ανταγωνιστικοί ως περιοχή, στο σύνολό της. Αυτή είναι η μόνη ευκαιρία να βάλουμε τις χώρες μας (της περιοχής) στον χάρτη της Ευρώπης, όπου οι μεγάλοι οικονομικοί παίκτες διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο. Ελπίζω πως θα βρούμε τον τρόπο ώστε να παρουσιάσουμε την περιοχή ως ένα σύνολο ενιαίο για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης».

Αν αφήνεις άλυτα προβλήματα, γίνονται πηγή για περισσότερες προβληματικές καταστάσεις

Ερωτηθείς για τη συγκρότηση της επιτροπής που θα ασχοληθεί με το ζήτημα των εμπορικών σημάτων και αν πιστεύει πως είναι εφικτή η επίλυση του ζητήματος, ο κ. Πέσεφ δήλωσε ευτυχής «που έχουμε ένα όργανο που θα αρχίσει να ασχολείται μ΄ αυτού του είδους τα προβλήματα καθώς αν τα αφήνεις άλυτα, αυτό μπορεί να αποτελέσει πηγή αγανάκτησης και πηγή για περισσότερα προβλήματα». Εκτίμησε επίσης, μεταξύ άλλων, πως «χρειαζόμαστε και από τις δύο πλευρές μια ανοιχτόμυαλη προσέγγιση στο ζήτημα, να βρούμε μια λογική και έξυπνη λύση, η οποία δεν θα είναι επιζήμια για καμία από τις οικονομίες και των δύο πλευρών».

Σε ό,τι αφορά τη χώρα του, ο πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Βόρειας Μακεδονίας θεωρεί πως ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα που αντιμετωπίζει είναι το «brain drain», το οποίο και χαρακτηρίζει καταστροφικό. «Μάθαμε, ιδιαίτερα από την Ελλάδα, πως θα πρέπει να επενδύουμε στη μόρφωση των παιδιών μας. Δαπανούμε πολλά χρήματα γι΄ αυτό και μόλις αποκτούν γνώσεις και κατάρτιση, οι νέοι μας εγκαταλείπουν τη χώρα. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα γενικά, και νομίζω πως όλοι θα πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους για το πώς θα κρατήσουμε τα παιδιά μας στο εσωτερικό της χώρας καθώς χρειαζόμαστε νέους, μορφωμένους ανθρώπους που θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν το εξαιρετικά απαιτητικό διεθνές περιβάλλον. Σε διαφορετική περίπτωση έχουμε πολύ λίγες ευκαιρίες να πετύχουμε ως περιοχή».