ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Citigroup εκτιμά ως αβέβαιη την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές

Η Citigroup εκτιμά ως αβέβαιη την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές - Κεντρική Εικόνα

«Οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης συμφώνησαν ότι η Ελλάδα έχει πετύχει τα περισσότερα από τα συμφωνηθέντα προαπαιτούμενα» για τη διάσωσή της και, υπό την αίρεση της περαιτέρω επιβεβαίωσης τις επόμενες ημέρες της εφαρμογής τους, επικύρωσαν την νέα εκταμίευση από το ESM 10,3 δισ. ευρώ προς την Ελλάδα. Η πρώτη υποδόση ύψους 7,5 δισ. ευρώ θα εκταμιευτεί τον Ιούνιο, ενώ οι υπόλοιπες υποδόσεις θα εξαρτηθούν από την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων (που σχετίζονται με το ταμείο ιδιωτικοποιήσεων, την τραπεζική διακυβέρνηση και τον ενεργειακό τομέα). Πρόκειται για εκταμίευση ποσού μεγαλύτερου από τα 5,7 δισ. ευρώ που προβλέπονταν αρχικά, το οποίο έρχεται να προστεθεί στα 21,4 δισ. ευρώ που έχει ήδη χορηγήσει το ESM στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος διάσωσης ύψους 86 δισ. ευρώ, αλλά και ανεξόφλητα δάνεια ύψους 220 δισ. ευρώ. Η εκταμίευση των 10,3 δισ. ευρώ είναι οπωσδήποτε θετική είδηση βραχυπρόθεσμα για την Ελλάδα. Απομακρύνει τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών 1,5 δισ. ευρώ προς το ΔΝΤ και 2,3 δισ. ευρώ προς την ΕΚΤ πριν το τέλος του έτους. Παρέχει πόρους για να αποπληρωθεί περίπου το ήμισυ των ληξιπρόθεσμων οφειλών της κυβέρνησης, βοηθώντας ώστε να χαλαρώσει η εγχώρια θέση ρευστότητας και πιθανότατα δίνει τη δυνατότητα στην ΕΚΤ να επαναφέρει το waiver στα ελληνικά ομόλογα στις 2 Ιουνίου, παρέχοντας μια φθηνότερη πηγή χρηματοδότησης για τις ελληνικές τράπεζες", επισημαίνει σε έκθεσή της η Citi.

Σύμφωνα με τον οίκο, «αυτό θα οδηγήσει σε κάποιες βελτιώσεις στις βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές, αν και η δημοσιονομική λιτότητα που εγκρίθηκε πρόσφατα αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο εμπόδιο. Ωστόσο, η απροθυμία των ευρωπαίων πιστωτών να λάβουν κάποια πιο αποφασιστική δέσμευση για την ελάφρυνση του χρέους είναι ένα αρνητικό νέο, αν και σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο. Διατηρεί αβέβαιη την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές και πιθανότατα καθυστερεί την συμπερίληψη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ μέχρις ότου το δημόσιο χρέος κριθεί βιώσιμο από την ΕΚΤ/ΕΕ. Το Eurogroup συμφώνησε πως η ελάφρυνση χρέους, όταν και αν συμφωνηθεί, θα πρέπει να επικεντρωθεί στον περιορισμό των μικτών χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας κάτω του 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και 20% μακροπρόθεσμα».

Η Citi σημειώνει πως «τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για ελάφρυνση του χρέους που συμφωνήθηκαν στο Eurogroup και τα οποία συνοδεύονται από μια μακριά λίστα κριτηρίων, δεν είναι ούτε λεπτομερή, ούτε ιδιαίτερα μακρόπνοα. Οι πιστωτές της ευρωζώνης έδειξαν προθυμία να αποφευχθεί μια ελληνική κρίση σαν την περυσινή, όμως μικρή επιθυμία να αποκαταστήσουν την δημοσιονομική και οικονομική βιωσιμότητα της Ελλάδας. Θέλουν το ελληνικό χρέος να γίνει εξυπηρετήσιμο, αν η Ελλάδα τηρήσει το πρόγραμμα διάσωσης. Το ΔΝΤ έχει κάνει πίσω στις απαιτήσεις του για δέσμευση εμπροσθοβαρούς και ουσιαστικής ελάφρυνσης του χρέους. Η έλλειψη δέσμευσης ελάφρυνσης χρέους και η επαναβεβαίωση των υπερβολικά φιλόδοξων στόχων της διάσωσης (πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2018, από περίπου 0% σήμερα) υποδηλώνουν πως η αποκατάσταση της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής βιωσιμότητας της Ελλάδας δεν είναι αυτό που καθοδηγεί τις αποφάσεις των ευρωπαίων πιστωτών αυτή τη στιγμή».

Όπως δήλωσε την Τρίτη ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, «θα λάβουμε την απόφαση όταν πρέπει να τη λάβουμε. Τώρα έχω εγώ την νομιμοποίηση και το 2018 θα την έχουν αυτοί που θα επιλέξουν το 2017 οι Γερμανοί πολίτες». Αυτό, κατά την εκτίμηση της Citi, «εξακολουθεί να αφήνει έναν αυξημένο κίνδυνο να υπάρξουν εκ νέου εντάσεις μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών της μόλις 'εξαϋλωθεί' η τελευταία 'ένεση ρευστότητας', πιθανότατα στις αρχές του 2017. Η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα πιθανότατα θα διατηρηθεί, αν και η αόριστη δέσμευση για ελάφρυνση του χρέους θα μπορούσε να δώσει κάποιο πολιτικό κεφάλαιο στον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος υπόσχεται συμφωνία για ελάφρυνση του χρέους από τότε που εξελέγη, τον Ιανουάριο του 2015».