ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τίτλοι τέλους για το QE, παρά τα «σύννεφα» στον ορίζοντα της ανάπτυξης

«Καμπανάκι» Ντράγκι για ένα άτακτο Brexit - Κεντρική Εικόνα

Τερματίζει το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων (QE) και επίσημα στα τέλη Δεκεμβρίου, η Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα, θέτοντας έτσι τέλος, σε μία ιστορικής σημασίας πολιτική, για την τόνωση ευρωπαϊκής οικονομίας, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην επωφεληθεί τελικώς από αυτό. Ωστόσο, η ΕΚΤ αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για το 2018 και 2019 στο 1,9% και 1,7% αντιστοίχως, από 2% και 1,8% που προέβλεπε τον Σεπτέμβριο. Η ΕΚΤ αναμένει ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν στα σημερινά τους επίπεδα τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 2019 και σε κάθε περίπτωση για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η συνεχής σταθερή σύγκλιση του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω από το 2% μεσοπρόθεσμα.

Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να τερματίσει επίσημα το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 2,6 τρισ. ευρώ στο τέλος του χρόνου αλλά ανακοίνωσε ότι θα συνεχίσει να επαπενενδύει τα κεφάλαια από ομόλογα που ωριμάζουν για μεγάλο διάστημα μετά την πρώτη αύξηση των επιτοκίων της.

«Το Διοικητικό Συμβούλιο σκοπεύει να συνεχίσει να επανεπενδύει, πλήρως, τα ποσά από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος APP κατά τη λήξη τους για παρατεταμένη χρονική περίοδο μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσει να αυξάνει τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ και πάντως για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο», ανέφερε η ΕΚΤ.

Παράλληλα, η τράπεζα διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια της. «Το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ θα παραμείνουν στα σημερινά τους επίπεδα τουλάχιστον μέχρι και το καλοκαίρι του 2019», ανέφερε η ΕΚΤ σε ανακοίνωσή της. Με τη σημερινή απόφαση, η ΕΚΤ διατήρησε το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο -0,40%. Παράλληλα, το επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,00% και το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 0,25%.

Το πρόβλημα της ΕΚΤ είναι ότι η ανάπτυξη είναι πιο αδύναμη από ό,τι ανέμεναν οι αξιωματούχοι της ακόμη και πριν από λίγες εβδομάδες, ενώ η πρόβλεψη για αύξηση του δομικού πληθωρισμού δεν υλοποιήθηκε, θέτοντας σε αμφιβολία ορισμένες από τις παραδοχές της τράπεζας σχετικά με την ευρύτερη οικονομία. Ο γενικός πληθωρισμός, που είναι ο βασικός στόχος της ΕΚΤ, μπορεί να είναι σήμερα κοντά στο στόχο της - και ελαφρά υψηλότερος στη Γερμανία, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 2,2% τον Νοέμβριο, σύμφωνα με στοιχεία που ανακοινώθηκαν σήμερα. Ωστόσο, οι τιμές του πετρελαίου υποδηλώνουν ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει τους επόμενους μήνες, ενώ η σημαντική αύξηση των μισθών δεν μεταδίδεται στις τιμές.

Μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου μετά τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι προειδοποίησε για τον κίνδυνο επιβράδυνσης του ρυθμού ανάπτυξης στην ευρωζώνη.

Όπως ανέφερε ο κ. Ντράγκι, «ο κίνδυνος στο μέτωπο της ανάπτυξης έχει επιδεινωθεί». Ο ίδιος διευκρίνισε ότι οι αυξημένοι κίνδυνοι, που προς το παρόν δεν έχουν διαταράξει την ισορροπία του συστήματος, προέρχονται κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό περιβάλλον. Οι κίνδυνοι αυτοί αφορούν κυρίως τις επιπτώσεις από το κύμα προστατευτισμού που τείνει να επικρατήσει στο διεθνές εμπόριο, αλλά και τα προβλήματα που παρουσιάζονται στα κράτη που κατατάσσονται στις αναδυόμενες αγορές. Επιπροσθέτως, αρνητικά επηρεάζει την ανάπτυξη η μεγάλη αστάθεια που εμφανίζουν οι χρηματαγορές.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ δεσμεύτηκε για ακόμη μία φορά ότι τα επιτόκια θα διατηρηθούν στα σημερινά χαμηλά επίπεδα, για όσο καιρό χρειαστεί, τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 2019, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αυξημένοι κίνδυνοι που εγκυμονεί το εξωτερικό περιβάλλον της ευρωζώνης για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Εξάλλου αποκλίσεις από το στόχο του 2% εμφανίζει και ο πληθωρισμός καθώς η νεότερη πρόβλεψη τον εμφανίζει να απομακρύνεται από το στόχο τόσο φέτος όσο και το 2019 και να κινείται με ρυθμό 1,6% έναντι 1,7% που προέβλεπε η ΕΚΤ στις φθινοπωρινές προβλέψεις, ενώ για φέτος προβλέπεται να κλείσει στο 1,7% έναντι 1,8% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη.

Η επί τα χείρω αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη στο διάστημα 2018- 2019 (για το 2020 και το 2021 η πρόβλεψη για το ρυθμό αύξηση του ΑΕΠ παραμένει στο 1,7% και 1,5% αντιστοίχως), σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ντράγκι προκάλεσαν πιέσεις στο ευρώ το οποίο υποχώρησε στα 1,1332 δολ.