ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Citi: Αγορές και πολιτικές εξελίξεις θα καθορίσουν την πορεία της Ελλάδας

Focus: Οι Ναζί κατέστρεψαν εντελώς την οικονομία της Ελλάδας - Κεντρική Εικόνα

Οι εκλογές του 2019 είναι ένας θετικός παράγοντας για την Ελλάδα, εκτιμά η Citigroup σε έκθεσή της για την παγκόσμια οικονομία, σημειώνοντας πως αναμένονται έως το φθινόπωρο του επόμενου έτους, αν και δεν αποκλείει το σενάριο η ελληνική κυβέρνηση να οδηγηθεί σε πρόωρες κάλπες την άνοιξη.

Η βελτίωση της οικονομίας έχει φέρει ανάκαμψη των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, κοντά στο 25%, στις δημοσκοπήσεις σε σχέση με τα χαμηλά του 2017, αλλά όχι σε σημείο που να μπορεί να ξεπεράσει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Νέα Δημοκρατία η οποία εξακολουθεί να ηγείται με 37%, σημειώνει η Citi, προσθέτοντας πως μια συντηρητική κυβέρνηση στη χώρα θα είναι πιο φιλική προς την αγορά και τις επιχειρήσεις από το σημερινό συνασπισμό, αν και ενδεχομένως να είναι δύσκολο να επιτευχθεί, δεδομένης της σημερινής δομής του κοινοβουλίου.

Ωστόσο, η Citi προειδοποιεί ότι οι δομικές αδυναμίες παραμένουν. Παρά τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και μία τεράστια εσωτερική υποτίμηση, η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών βελτιώθηκε λιγότερο από ό,τι σε άλλες χώρες της ΕΕ. Οι εσωτερικές αποταμιεύσεις εξακολουθούν να είναι σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκείς στην κάλυψη των επενδυτικών αναγκών της οικονομίας, αφού οι πραγματικές επενδύσεις μειώθηκαν κατά σχεδόν 65% από το 2007. 

Οι τραπεζικές χορηγήσεις εξακολουθούν να συρρικνώνονται, καθώς οι τράπεζες επιβαρύνονται από τα υψηλά (αν και μειωμένα) επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (τα οποία διαμορφώθηκαν στο 42,3% των συνολικών δανείων στο β' τρίμηνο του 2018). 

Όπως αναφέρει, το σχέδιο που ανακοίνωσε η ΤτΕ για τη δημιουργία ενός είδους bad bank για τη μεταφορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών ενδεχομένως να μπορέσει να βοηθήσει στην αποδέσμευση κάποιων πιστώσεων, ενισχύοντας την οικονομία τη διετία 2019-2020.

Πάντως, συνολικά, οι οικονομικές προοπτικές της χώρας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις διακυμάνσεις της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών, οι οποίοι αποτελούν το μοναδικό κανάλι χρηματοδότησης στην οικονομία.

Για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, η Citigroup αναφέρει ότι βασίζεται κυρίως στην πολιτική. Η Citi προβλέπει ότι η σχέση της Αθήνας με τους Ευρωπαίους πιστωτές θα καθορίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του και όχι τα στοιχεία της οικονομίας, καθώς το 80% του χρέους βρίσκεται στα χέρια των πιστωτών και θα συνεχίσει για την επόμενη δεκαετία, 

Η προθυμία για στήριξη της Ελλάδας από τους Ευρωπαίους πιστωτές, επιτρέποντας πιθανώς λιγότερο φιλόδοξους αλλά πιο βιώσιμους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα, θα παραμείνει καθοριστική για την αξιολόγηση της ικανότητας της χώρας να ανταποκριθεί στις μελλοντικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της.

Πάντως, η Citi αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία ανακάμπτει  μετά την έξοδο από το πρόγραμμα διάσωσης, επισημαίνοντας πως η βελτίωση της εμπιστοσύνης Αθήνας - πιστωτών έφερε τη συμφωνία για την ελάφρυνση του χρέους. Επιπλέον, όπως προσθέτει, τα καλύτερα των αναμενόμενων, δημοσιονομικά αποτελέσματα, συνέβαλαν στην αποκατάσταση εν μέρει της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών στην οικονομία της χώρας.

Αναβαθμίζοντας ελαφρώς τις προβλέψεις της για το ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αναμένει το πραγματικό ΑΕΠ να κινηθεί ενδεχομένως πάνω από το 2% το 2018 και στο 2,2%, που είναι ο ταχύτερος ρυθμός από το 2007, αν και το επίπεδο του ΑΕΠ παραμένει περίπου 25%κάτω από την κορυφή του 2007. 

Η ανάπτυξη, σύμφωνα με τη Citigroup, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές (κυρίως εισπράξεις από τον τουρισμό) και τις επενδύσεις μαζί με τα κονδυλία της ΕΕ. Σε ό,τι αφορά την ιδιωτική ανάπτυξη της κατανάλωση, σημειώνει ότι δεν υπερβαίνει το 1% ετησίως και δεν αναμένεται να επιταχυνθεί, καθώς ο πληθυσμός συρρικνώνεται σχεδόν 0,4% σε επίπεδο έτους, το ποσοστό αποταμίευσης είναι αρνητικό και η τραπεζική πίστωση συνεχίζει να μειώνεται, με την δημοσιονομική πολιτική, πάντως, να γίνεται ενδεχομένως λιγότερο περιοριστική τη διετία 2019-2020.