ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η χρηματοδότηση της γήρανσης του πληθυσμού

ΣAΒΒΑΣ Γ. ΡΟΜΠΟΛΗΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Γ. ΜΠΕΤΣΗΣ
Η χρηματοδότηση της γήρανσης του πληθυσμού - Κεντρική Εικόνα

Των

Σάββα Γ. Ρομπόλη

Ομ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου

Βασιλείου Γ. Μπέτση

Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου

 

Η γήρανση του πληθυσμού είναι ένα φαινόμενο που αφορά τόσο την Ευρώπη, όσο και την Ελλάδα. Ειδικότερα για την Ελλάδα, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς οι ασκούμενες πολιτικές των Μνημονίων (1, 2, 3) που εφαρμόστηκαν από το 2010 μέχρι το 2018, μείωσαν σημαντικά το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας μας.

Από μεθοδολογική άποψη, οι διεθνείς οργανισμοί θεωρούν ως κόστος της γήρανσης του πληθυσμού τα ετήσια ποσά που θα καταβάλλουν σε ένα χρονικό διάστημα 50 ετών οι χώρες, για την χρηματοδότηση του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος. Πράγματι, στην χώρα μας με την εφαρμογή των τριών Μνημονίων συντελέστηκε μία μέση μείωση του επιπέδου των συντάξεων κατά 40% (63 δις ευρώ απώλειες) την περίοδο 2010-2018. Όμως, η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι μειώθηκε το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού στην Ελλάδα, όπως ισχυρίζονται οι διεθνείς οργανισμοί και αυτό γιατί το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού εκτιμάται από τη σύγκριση του επιπέδου των συντάξεων των σημερινών συνταξιούχων σε σχέση με το επίπεδο των αντίστοιχων παροχών των μελλοντικών συνταξιούχων (δηλαδή των σημερινών εργαζομένων).

Αντίθετα, από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι η μακροχρόνια ύφεση που προκάλεσαν οι πολιτικές λιτότητας των Μνημονίων, είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους της γήρανσης του πληθυσμού. Και αυτό γιατί η μεγάλη ύφεση (μείωση του ΑΕΠ κατά 27% και η αύξηση της ανεργίας στο 28,5%) είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του πληθυσμού στα 10,8 εκατ. άτομα το 2016 από 11,3 εκατ. άτομα που ήταν το 2009, την μείωση του δείκτη γονιμότητας, την μετανάστευση 425.000 ατόμων ηλικίας 25-45 ετών και την αύξηση του δείκτη εξάρτησης (πληθυσμός άνω των 65 προς τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2009 προέβλεπε ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας το 2018 θα ήταν 11,5 εκατ. άτομα και το 2020 (το 2016 ο πληθυσμός ήταν 10,8 εκατ. άτομα) προβλέπει ότι θα είναι 10,5 εκατ. άτομα και 8,3 εκατ. άτομα το 2060. Επιπλέον, σύμφωνα με τις μελέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο δείκτης γονιμότητας από 1,52 παιδιά ανά γυναίκα σε ηλικία γονιμότητας που ήταν το 2009 και 1,54 που εκτιμώνταν το 2018, τελικά μετά το πέρας της περιόδου 2010 -2018 και την μελέτη του 2018, ο δείκτης γονιμότητας είχε μειωθεί στο 1,39 παιδιά(2018) και εκτιμάται ότι θα μειωθεί μέχρι το 2020 στο 1,33 παιδιά.

Επίσης, ο δείκτης εξάρτησης ο οποίος είναι ένας δείκτης που μετρά το επίπεδο της γήρανσης του πληθυσμού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις μελέτες της το 2009 υπολόγιζε τον δείκτη αυτό στο 31% και εκτιμούσε αυτόν τον δείκτη στο 33% το 2018 και στο 62% το 2060, ενώ στην αντίστοιχη μελέτη του 2018 (μετά το πέρας των τριών Μνημονίων) ο δείκτης αυτός είχε τιμή 36,2% το 2018 (αυξημένος κατά 10% σε σχέση με τη πρόβλεψη του 2009) και εκτιμάται στο 73,6% το 2060 (αυξημένος κατά 18,7% σε σχέση με την μελέτη του 2009).Με άλλα λόγια, η μείωση της γονιμότητας και η αύξηση του δείκτη εξάρτησης προκάλεσε την αύξηση του κόστους της γήρανσης του πληθυσμού και όχι την μείωση του, όπως λανθασμένα ισχυρίζονται οι διεθνείς οργανισμοί. Εξάλλου, αυτό συμπεραίνεται και από το γεγονός ότι από μελέτες μας υπολογίζεται ότι για να λάβει ένας εργαζόμενος πριν την κρίση την ίδια σύνταξη με αυτή που λάμβανε ένας συνταξιούχος, θα έπρεπε να αυξηθούν οι εισφορές από το 20% στο 24%, ενώ ο ίδιος εργαζόμενος μετά την κρίση για να λάβει στο μέλλον σύνταξη ίση με το σημερινό επίπεδο, θα πρέπει η εισφορά να αυξηθεί από το 20% στο 27%. Αυτές οι τρείς ποσοστιαίες μονάδες αντικατροπτίζουν την αύξηση του κόστους της γήρανσης του πληθυσμού που προήλθε από την επιβάρυνση των δημογραφικών δεικτών λόγω των ασκούμενων πολιτικών λιτότητας στην χώρα μας κατά την περίοδο 2010-2018.

Επιπλέον, οι διεθνείς οργανισμοί ισχυρίζονται λανθασμένα ότι η μείωση των συντάξεων που προκάλεσαν (63 δις ευρώ) οι ασκούμενες Μνημονιακές πολιτικές, δεν αρκεί και επιμένουν ότι η μείωση του 18% της προσωπικής διαφοράς αποτελεί διαρθρωτικό μέτρο, προσθέτοντας ότι απαιτούνται επιπρόσθετες περιοριστικές πολιτικές στο συνταξιοδοτικό σύστημα, γιατί ο χαρακτήρας του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης των γενεών του διανεμητικού συστήματος με καθορισμένες παροχές, ενώ, κατά την άποψη τους, θα έπρεπε οι μελλοντικές παρεμβάσεις να είναι πιο ριζικές, στην κατεύθυνση αλλαγής του διανεμητικού χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην χώρα μας. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η εφαρμογή των τριών Μνημονίων και η επιδείνωση, μεταξύ των άλλων, του φαινομένου της γήρανσης του πληθυσμού χρησιμοποιούνται ως άλλοθι από τους διεθνείς οργανισμούς για την προώθηση της αντικατάστασης του διανεμητικού συστήματος με ατομικούς λογαριασμούς μεταφέροντας την αντιμετώπιση του κινδύνου της συνταξιοδότησης από το κράτος στον ασφαλισμένο. Κι’ αυτό επειδή θεωρείται λανθασμένα από τους διεθνείς οργανισμούς και από την νεοκλασική προσέγγιση ότι το διανεμητικό σύστημα στην κοινωνική ασφάλιση μεταφέρει πόρους από την γενιά των εργαζομένων στην γενιά των συνταξιούχων, επιδεινώνοντας, κατά τους ισχυρισμούς τους, τις επιδόσεις της οικονομίας λόγω της μείωσης της αποταμίευσης. Όμως, η προσέγγιση τους αυτή παραβλέπει ότι η συγκεκριμένη μεταφορά πόρων είναι αμφίδρομη και όχι μονόδρομη, δηλαδή από τους εργαζόμενους προς τους συνταξιούχους, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της μεταφοράς των συγκεκριμένων πόρων επιστρέφει στους εργαζόμενους, μέσω της αύξησης της κατανάλωσης και της ζήτησης για προϊόντα και υπηρεσίες και των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων τους στην αύξηση του ΑΕΠ, της απασχόλησης και του εισοδήματος.

Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η χρηματοδότηση της γήρανσης του πληθυσμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη, προϋποθέτει κατά προτεραιότητα, μεταξύ των άλλων, την άσκηση πολιτικών ανάπτυξης, αύξησης της απασχόλησης και ρύθμισης της αποδιαρθρωμένης αγοράς εργασίας, οι οποίες θα επιφέρουν αύξηση των εισοδημάτων, βελτίωση των δημογραφικών δεικτών, συρρίκνωση των κοινωνικών ανισοτήτων και ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.